Τρίτη 2 Νοεμβρίου 2010

95 ΤΟΠΩΝΥΜΙΑ ΞΗΡΟΛΙΒΑΔΟΥ

   Τα τοπωνύμια του Ξηρολιβάδου θα αναφερθούν σύμφωνα με το ανάγλυφο της περιοχής με τέτοια σειρά ώστε   να γίνουν  περισσότερο κατανοητά. Ο  ευρύτερος χώρος του Ξηρολιβάδου μοιάζει με μία λεκάνη όπου στο κέντρο περίπου της λεκάνης αυτής βρίσκονται η Πάντια (το Τσαΐρι), η Μπάρα (η Λίμνη), Τα Πεύκα και ο Λόφος του Προφήτη Ηλία στις πλαγιές του οποίου είναι κτισμένο το χωριό. Γύρω–γύρω από τα μέρη αυτά υψώνονται τα βουνά  και βέβαια η λεκάνη αυτή είναι ανοιχτή  και  χαμηλώνει προς το ανατολικό μέρος (προς την Βέροια). 

   Τα τοπωνύμια που θα παρουσιάσουμε ανήκουν μόνο στα σύνορα του Ξηρολιβάδου. Πρώτα θα αναφέρουμε  την βλάχικη ονομασία τους και μετά θα την μεταφράζουμε στα ελληνικά.
   Έτσι θα ξεκινήσουμε από το ανατολικό μέρος, θα προχωρήσουμε βόρεια ακολουθώντας την νοητή κυκλική γραμμή της λεκάνης, θα επιστρέψουμε στην αρχική μας θέση και μετά θα ανηφορίσουμε προς το κεντρικό μέρος της λεκάνης (προς το χωριό και τα πεύκα).
   Η συλλογή και η ονομασία τους  έγινε με σεβασμό στον λαϊκό πολιτισμό και την παράδοση και αυτό φαίνεται από την  επιλογή των πληροφοριοδοτών οι οποίοι είναι γνήσιοι και αυθεντικοί κάτοικοι του χωριού. Επιλέξαμε τα τοπωνύμια όπως τα έλεγαν παλιότερα οι κάτοικοι του χωριού αποφεύγοντας σύγχρονες ονομασίες.  Κύριοι πληροφοριοδότες μας ήταν ο Κώστας Τσιαμήτρος του Ηλία (Ψωμάς), 89 ετών, και ο Ηλίας  Αράβας του Γιώργη, 56 ετών, ο οποίος είναι άριστος γνώστης της περιοχής .

Σημείωση: Όσον αφορά στην προφορά των  βλάχικων λέξεων προτιμήσαμε  να τις γράψουμε  με ελληνικά  γράμματα και όχι λατινικά έτσι ώστε να μπορούν να τις διαβάζουν όλοι. Παρόλα αυτά χρησιμοποιήσαμε τα  σύμβολα : ә και S . Το ә = άφωνο φωνήεν και το S = παχύ σίγμα

ΕΘΙΜΑ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ ΣΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ



Προφορά γραμμάτων : ə = αγγλικό άφωνο φωνήεν, Ѕ = παχύ σίγμα
(Εκτός από αυτά τα σύμβολα, προτιμούμε το ελληνικό αλφάβητο για τα βλάχικα, απλά, γιατί απευθυνόμαστε σε Βλαχόφωνους Έλληνες).

Κατά τις 3 πρώτες ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδας οι γυναίκες έπλεναν τα ρούχα και ετοίμαζαν το σπίτι. Τη μεγάλη Τετάρτη έπιαναν το ζυμάρι (ακəτσέ αλάτρλου τρι τούτου άνλου) για όλη τη χρονιά και παράλληλα, το βράδυ ετοίμαζαν τη μπογιά για τα αβγά. Τη μεγάλη Πέμπτη, τα χαράματα - πριν σκάσει η αυγή για να μη σκάσουν τα αβγά - έβαφαν τα κόκκινα αβγά. Ένα αβγό το έβαφαν, την Τετάρτη το βράδυ, πρώτο και μόνο του για το εικόνισμα του σπιτιού και το κρατούσαν ως το άλλο Πάσχα. Με αυτό το κόκκινο αβγό σταύρωναν, το πρωί της Πέμπτης, το πρόσωπο όλων των μελών της οικογένειας, κυρίως των παιδιών, με ποικίλες ευχές: όου αρόЅου, φάτσα αρόЅα = κόκκινο αβγό, κόκκινο πρόσωπο, ή κα όου αρόЅου Ѕι κα κιάτρə σəνəτόσου = σαν αβγό κόκκινο και σαν πέτρα γερός, ή γκίνι βινίЅ όου αρόЅου, σəνəτόσου κα κιάτρə μι αφλάЅ, σəνόσου κα κιάτρə σμι αλάЅ = καλώς ήρθες κόκκινο αβγό, γερό σαν πέτρα με βρήκες, γερό σαν πέτρα να με αφήσεις.
Την ίδια μέρα, πριν φέξει, κρεμούσαν έξω από το παράθυρο, μια βελέντζα κόκκινη σαν το αίμα του Χριστού που θυσιάστηκε για τους ανθρώπους, και ταυτόχρονα ετοίμαζαν τα επτάζυμα (πəνι κου Ѕιάπτι αλάτουρι) και τα τσουρέκια. 
Τη Μεγάλη Παρασκευή, το απόγευμα πήγαιναν στο νεκροταφείο και άναβαν κερί στους δικούς τους για συγχώρεση, ενώ το Μεγάλο Σάββατο το πρωί οι άντρες έσφαζαν τα αρνιά, οι κτηνοτροφικές οικογένειες μοίραζαν γάλα στους συγγενείς και στους φίλους, και οι γυναίκες ετοίμαζαν τη μαγειρίτσα και τα λιανώματα. 

Ο ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΗΛΙΑΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΠΑΡΑΔΟΣΗ και το πανηγύρι του Αγίου στο Ξηρολίβαδο.


     Ο Ηλίας ο Θεσβίτης ήταν ένας εξέχων Ισραηλίτης προφήτης του Θεού. Ήταν γιος του Σωβάκ και καταγόταν από ένα χωριό της ευρύτερης περιοχής της Γαλαάδ που πιθανόν ονομαζόταν Θέσβη. Κατοικούσε στη γη Γαλαάδ και έδρασε στα χρόνια του βασιλιά Αχαάβ, κατά τον 9ο-10ο αιώνα ΠΚΧ. Το όνομα Ηλίας αποτελεί ελληνική μεταφορά του αντίστοιχου εβραϊκού ονόματος Ελιγιαχού (אליהו‎), το οποίο σημαίνει «Ο Θεός μου είναι ο Ιεχωβά» ή «Ο Ιεχωβά Είναι Θεός». Αναφορές στον Ηλία περιέχονται και στο Κοράνιο.   Ο Ηλίας υπήρξε εξαιρετικά δραστήριος, δυναμικός και θαρραλέος προφήτης, ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του Θεού. Όλα αυτά δείχνουν με πόσο ζήλο υπηρέτησε ο προφήτης Ηλίας το θέλημα του Θεού. Ο προφήτης Ηλίας, είχε βοηθό, μαθητή και διάδοχό του τον Ελισαίο.
      Πλουσιότατες είναι οι λαϊκές παραδόσεις και τα έθιμα, όχι μόνο μεταξύ των ορθοδόξων Ελλήνων. Σε πολλές περιοχές, ιδιαίτερα στη Θράκη καί τή Μακεδονία,  ο προφήτης Ηλίας θεωρούνταν κύριος της βροχής, των βροντών καί των κεραυνών. Αυτό εξηγείται από τα γεγονότα πού εξιστορούνται στην Παλαιά Διαθήκη για την ξηρασία πού επέβαλε ὁ Ηλίας και το μετά τριετία άνοιγμα του ουρανού για να ξαναπέσει βροχή. Οι χωρικοί μάλιστα της Βόρειας Θράκης, πού ήρθαν στην  Ελλάδα το 1923 καί εγκαταστάθηκαν κυρίως στη Μακεδονία, προσφέρανε στον άγιο «κουρμπάνι».
    Ο κίνδυνος από την κάψα του ηλίου ,άλλα και  από την καλοκαιρινή νεροποντή, συνδέθηκε με τον προφήτη Ηλία.. στις κορυφές των βουνών, όπου βρίσκονται πάντα τα εκκλησάκια του, ο προφήτης Ηλίας αντικατέστησε το Δία των αρχαίων μας προγόνων, το Δία τον νεφεληγερέτη, τον κύριο του ηλίου, αλλά και της αστραπής, της βροντής και των ανέμων, μ’ένα λόγο, το ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών. Μ’αυτή του την ιδιότητα ο Δίας λατρεύονταν  την ίδια εποχή που γιορτάζεται ο δικός μας προφήτης Ηλίας, δηλαδή στις πρώτες μέρες του τελευταίου δεκαημέρου του Ιουλίου, κατά τα λεγόμενα κυνικά καύματα. Η ιδιότητα του προφήτη Ηλία ως ρυθμιστή των καιρικών συνθηκών, που κληρονόμησε από τον νεφεληγερέτη Δία, γίνεται φανερή ανάμεσα σε άλλα, και από τις μετεωρολογικές παρατηρήσεις που γίνονται την ημέρα της γιορτής του.

ΑΠΟΚΡΙΕΣ – ΚΑΠΕΤΑΝΑΡΑΙΟΙ ΒΕΡΟΙΑΣ

     Οι Αποκριές και το  Καρναβάλι ήταν ένα ξέσπασμα και ξεκούρασμα των ανθρώπων,  με ερωτική και σεξουαλική ελευθεριότητα, για να έρθει η Σαρακοστή με την σωματική συντήρηση και την πνευματική περισυλλογή μέχρι το Πάσχα.. Ονομάστηκαν Αποκριές, επειδή τη περίοδο αυτή, συνηθίζεται να μην τρώνε κρέας οι Χριστιανοί, δηλαδή «να απέχουν από κρέας». Λέγεται  επίσης  της Τυροφάγου, γιατί την εβδομάδα αυτή τρώνε μόνο γαλακτοκομικά  για να προετοιμαστούν σιγά - σιγά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Το Καρναβάλι που είναι  Ρωμαϊκή λέξη έχει την ίδια έννοια με τις  Αποκριές (αποχή από το κρέας) - Καρναβάλι (carno-is = κρέας valeo = απέχω). Όπως και στο Δωδεκαήμερο έτσι και στις Αποκριές (με τις μεταμφιέσεις, τους χορούς, τα σατιρικά τραγούδια, τα φαγοπότια, την θύμηση των νεκρών και το κάψιμο των κέδρων) επιζητείται η γονιμότητα, η βλάστηση, η καρποφορία και γενικά η μετάβαση από τον χειμώνα στην άνοιξη, συμβολισμός που υπήρχε και στις αρχαίες Διονυσιακές γιορτές.
   Όλοι συμφωνούν ότι τα έθιμα της Αποκριάς έχουν τις ρίζες τους βαθιά στην αρχαιότητα και σηματοδοτούν την μετάβαση από το χειμώνα στην άνοιξη, την αναγέννηση της φύσης. Μάλιστα, υπάρχουν πολλές ομοιότητες με τα "Σατουρνάλια", μια από τις αρχαιότερες γιορτές προς τιμήν του Διονύσου, κατά την οποία οι πιστοί μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν και κατανάλωναν άφθονη ποσότητα κρασιού προς τιμή της θεότητας και από τις αρχαιότερες «Διονυσιακές γιορτές» των Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν, χόρευαν, τραγουδούσαν πίνοντας κρασί και το κέφι έφτανε στο κατακόρυφο προς τιμή του Διόνυσου

ΜΟΥΣΙΚΟΧΟΡΕΥΤΙΚΟ ΥΦΟΣ ΤΩΝ ΒΛΑΧΟΦΩΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ






Το θέμα είναι τεράστιο και μέσα σε λίγες γραμμές είναι σίγουρο ότι δεν μπορεί να εξαντληθεί. Απλά, από την εμπειρία μας, αλλά και από την άντληση τεκμηριωμένων στοιχείων από σπουδαίους επιστήμονες και ερευνητές θα προσπαθήσουμε να φωτίσουμε το θέμα, με έναν κατανοητό τρόπο και λόγο για τον απλό αναγνώστη.
Καταρχάς, πρέπει να τονιστεί ότι ο παραδοσιακός χορός σήμερα μέσα στο αστικό περιβάλλον που ζούμε, είτε το θέλουμε είτε όχι, έχει αλλάξει, γιατί ακριβώς δεν ζούμε σε παραδοσιακή κοινωνία. Σήμερα ο χορός αυτός έχει περισσότερο ψυχαγωγικό και όχι εθιμικό και κοινωνικό χαρακτήρα, έχει ομογενοποιηθεί, έχουν δημιουργηθεί σύλλογοι και γενικά υπάρχει μια διαφορετική εξέλιξη. Παρόλα αυτά η χορευτική πρακτική στην κοινωνία που ζούμε περιέχει στοιχεία και των δύο κόσμων (παραδοσιακού-αστικού), πράγμα που συμβαίνει και στους βλαχόφωνους Έλληνες. Το ιδιαίτερο γλωσσικό ιδίωμα (τα βλάχικα) και ο αρνητικά φορτισμένος όρος «Βλάχο», σε συνάρτηση με τις επιδράσεις της ρουμάνικης προπαγάνδας σήμερα δεν αποτρέπει τους βλαχόφωνους Έλληνες να εκδηλώνουν τη μουσικοχορευτική τους ταυτότητα και δεν υπάρχει πλέον λόγος για μεμψιμοιρία και αίσθηση απομόνωσης.
Σήμερα, βλέποντας κανείς το μουσικοχορευτικό ύφος των Βλάχων σε διαμερίσματα της Ελλάδας (περισσότερο Ήπειρο, Θεσσαλία και Μακεδονία) διαπιστώνει ξεκάθαρα την ελληνικότητά του, όσον αφορά στον χορό, τον ρυθμό και την μελωδία. Μπορούμε να ισχυριστούμε, μάλιστα, ότι το πιο αργό, μεγαλοπρεπές και δωρικό αυτό ύφος πλησιάζει περισσότερο στον αρχαιοελληνικό τρόπο. Οι βλαχόφωνοι χορεύουν και τραγουδούν πιο αργά και βαριά από τους υπόλοιπους συνέλληνες ακόμα και στις ίδιες περιοχές που βρίσκονται μαζί τους. Για παράδειγμα, τα μπεράτια των Βλάχων, σε 7 χρόνους με γύρισμα σε 2 χρόνους, είναι πιο αργά από αυτά της Θεσσαλίας (Μπαίνω μες τ’αμπέλι- Τασιά). Επίσης, οι συγκαθιστοί χοροί της περιοχής Μετσόβου, βλαχοχωριών των Γρεβενών είναι πιο αργοί από τους αντίστοιχους συγκαθιστούς των μη βλαχόφωνων των συγγενών περιοχών. Το ίδιο συμβαίνει και στα τσάμικα και στα αργά τραγούδια των 5 χρόνων (Καραπατάκι, Λεωνίδας).

Τα ονόματα των Βλάχων



Η πλειοψηφία των Βλάχων όταν αυτοπροσδιορίζονται, στη γλώσσα τους κάνουν τη χρήση του όρου «Αρμούν-Αρμούνι». Ο όρος αυτός είναι παραφθορά του λατινικού όρου «Romanus» όπως ο όρος «Ρωμιός» είναι παραφθορά του ελληνικού όρου «Ρωμαίος». Οι δύο αυτοί όροι είναι ταυτόσημοι καθώς και οι δύο προσδιορίζουν, ο ένας στα λατινικά και ο άλλος στα Ελληνικά τον «πολίτη» και αργότερα τον «πολιτισμικό κληρονόμο» της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, της μετέπειτα «Ρωμανίας», της κρατικής και πολιτισμικής οντότητας που είναι περισσότερο γνωστή σε μας με τον νεολογικό όρο Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Θα πρέπει να γνωρίζουμε πως ο όρος «Ρουμανία» και «Ρουμάνοι» είναι μάλλον, δύο όροι νεολογικοί που υιοθετήθηκαν από τους Ρουμάνος μόλις στις αρχές του 19ου αιώνα..

Ο όρος «Βλάχος-Βλάχοι» έχει γερμανική καταβολή. Χρησιμοποιούνταν για τον προσδιορισμό των Ρωμαίων και γενικά των εκλατινισμένων γλωσσικά κατοίκων των Ρωμαϊκών εδαφών. Ο όρους πέρασε να χρησιμοποιείται αργότερα στους Σλάβους, στους Βυζαντινούς και στους Οθωμανούς. Πρέπει να πούμε ότι από τους Βυζαντινούς χρόνους μέχρι σήμερα ακόμα ο όρος «βλάχος-βλάχοι» με το βήτα μικρό δηλώνει τους συνήθως νομαδικούς πληθυσμούς που ασχολούνται με την κτηνοτροφία και κατεπέκταση έφτασε να δηλώνει στα νεοελληνικά τον νομαδοκτηνοτρόφο, τον άξεστο, τον αγροίκο, τον απολίτιστο, τον χωριάτη.

Ο όρος «Κουτσόβλαχος-Κουτσοβλάχοι» είναι ένας μάλλον αποτυχημένος σύνθετος όρος ο οποίος μοιάζει να είναι προσβλητικός για τους Βλάχους. Χαρακτηριστική παραμένει η επισήμανση του Αρχιεπισκόπου Σπυρίδωνα Βλάχου προς τον ακαδημαϊκό δάσκαλο Αλέξανδρο Σβώλο πως: όποιος αναφέρεται σε «Κουτσόβλαχους» είναι ο ίδιος «Κουτσοσυγγραφέας».

Πριν την έκρηξη των Βαλκανικών εθνικισμών και των επακόλουθων προπαγανδών, είχε χρησιμοποιηθεί ο όρος «Ελληνόβλαχος-Ελληνόβλαχοι» και είναι εμφανές ότι εμπεριέχει μια πολιτισμική και πολιτική διάκριση και διάσταση. Είχε λόγον ύπαρξης και χρήσης για όσο καιρό χρησιμοποιούνταν σε αντιδιαστολή με τον όρο «Σλαβόβλαχος-Σλαβόβλαχοι» ο οποίος με την σειρά του χρησιμοποιούνταν για τον πολιτιστικό προσδιορισμό των Ρουμάνων. Σήμερα πια η προσδιοριστική χρήση του όρου «Έλληνας» ως πρώτο συνθετικό φαντάζει ως πλεονασμός, όπως ίσως στις περιπτώσεις των όρων «Ελληνοπόντιος» και «Ελληνοκαραμανλής».

O Κλήδονας στους βλαχόφωνους Έλληνες

 
Όπως είπαμε και στο προηγούμενο σημείωμα μας η λέξη κλήδονας προέρχεται από την αρχαία ελληνική λέξη «κληδών», που σημαίνει προγνωστικό ήχο, δηλαδή λέξεις ή φράσεις τυχαίες που ακούγονται κατά την διάρκεια μαγικών τελετών και στις οποίες αποδίδεται έπειτα προφητική σημασία. «Οι αρχαίοι την ημέρα της εορτής των Νουμηνιών είχαν τη συνήθεια του κληδονισμού, εκληδονίζοντο, δηλαδή μάντευαν το μέλλον με τον κλήδονα. Η ίδια τακτική συνεχίστηκε και κατά την έλευση του χριστιανισμού και την ένταξη των παγανιστικών εθίμων στο χριστιανικό εορτολόγιο. Το δρώμενο αυτό μάλιστα με άλλα έθιμα που ανάγονται στις θερινές τροπές του ηλίου συνδέθηκε με την εορτή των γενεθλίων του Αγ. Ιωάννη του Προδρόμου, του μεγαλύτερου προφήτη που προμήνυσε την έλευση του Χριστού, παρόλο που η Εκκλησία επιχείρησε μάταια να το καταδικάσει και να το καταργήσει, παρομοιάζοντας το με βακχική-παγανιστική τελετή».

«Το έθιμο συναντάται σε πολλές περιοχές της Ελλάδας με διάφορες παραλλαγές. Στους βλαχόφωνους πρόκειται για την πρώτη εθιμική εκδήλωση που πραγματοποιείται την καλοκαιρινή περίοδο, όταν αυτοί εγκατέλειπαν τα χειμαδιά και ανέβαιναν στα βουνά για να ξεκαλοκαιριάσουν. Η ονομασία που δίδεται από τους βλάχους για το δρώμενο είναι Ταγιανί, δηλ του Αη-Γιάννη, αλλα ο όρος αυτός δεν διατηρείται σήμερα. Αντίθετα, στις μέρες μας είναι γνωστό με την ονομασία Γκαλιάτα, καθώς έτσι ονομάζεται το στολισμένο με λουλούδια δοχείο που οι κοπέλες γεμίζουν με νερό από τρείς βρύσες. Γκαλιάτα σημαίνει στα βλάχικα στην κυριολεξία καρδάρι για το άρμεγμα των γιδοπροβάτων, κουβάς θα λέγαμε σήμερα, παρόλο που στο δρώμενο χρησιμοποιείται μεταλλικό υδροδοχείο,το γκιούμι. Το έθιμο βέβαια έχει διάφορες μικροπαραλλαγές στα βλαχοχώρια μας όμως σε γενικές γραμμές είχε ως εξής»:

Δευτέρα 1 Νοεμβρίου 2010

ΤΟ ΕΘΙΜΟ ΤΗΣ ΠΙΡΠΙΡΟΥΝΑΣ ΣΤΟΥΣ ΒΛΑΧΟΥΣ


 Προφορά συμβόλων : ə = αγγλικό άφωνο φωνήενЅ = παχύ σίγμα
 (Εκτός από αυτά τα σύμβολα, προτιμούμε την ελληνική γραφή για τα βλάχικα, απλά, γιατί απευθυνόμαστε σε δικούς μας  Ελληνόβλαχους).
    Έχουν γραφτεί πολλά για την Πιρπιρούνα. Το έθιμο εντοπίζεται σε όλους του λαούς των Βαλκανίων και γίνεται συνήθως σε εποχή ανομβρίας, όπου   ένα κορίτσι συνήθως μικρό, φτωχό και ορφανό με λουλούδια,  πρασινάδες, βούζια, κλπ  σε όλο της το σώμα, μαζί με την παρέα άλλων κοριτσιών ,όλοι τους γυρίζουν από σπίτι σε σπίτι και τραγουδάνε, παρακαλώντας το Θεό να βρέξει (έχουμε πάρα πολλές παραλλαγές αυτού του εθίμου). Οι νοικοκυρές  ρίχνουν νερό επάνω στο κορίτσι , προκαλώντας με αυτόν τον τρόπο τη βροχή να έρθει. Ο συμβολισμός της κατάβρεξης έχει ομοιοπαθητικό χαρακτήρα: Όπως «βρέχει» πάνω στην Πιρπιρούνα, να βρέξει και στη διψασμένη γη.
  Στην περίπτωση των Βλάχων έχουμε και μια άλλη παράδοξη παραλλαγή εκτός από το έθιμο της γκəλιάτας που περιγράψαμε σε άλλο μας σημείωμα (συνδυασμός πιρπιρούνας και κλήδονα για τους Σαμαριναίους και τους Ξηρολιβαδιώτες Βλάχους). Και αυτό για τρεις λόγους: Πρώτον ,γιατί υπάρχει ένα  σπάνιο βλάχικο τραγούδι , δεύτερο, γιατί το τραγουδούσαν μεγάλοι (ενήλικες) που ντύνανε μια Πιρπιρούνα, πάλι άντρα, και μάλιστα τον ψηλότερο της παρέας τους, και τρίτον, γιατί εκτός από τις επικλήσεις για την αύξηση των αγαθών κλπ, έχει και αιχμές κατά της τοπικής αρχής.
  Γιατί, όπως η ανομβρία τους στερούσε αγαθά, έτσι και η τοπική πολιτικοστρατιωτική αρχή τους αφαιρούσε αγαθά με τη μέθοδο της φορολογίας, και μάλιστα την άδικη, αφού ο βοϊβόδας (Τούρκος διοικητής Καζά-Νομαρχίας θα λέγαμε σήμερα) λογάριαζε και τους πεθαμένους μαζί με τους ζωντανούς! Και φαίνεται από το τραγούδι ότι ο βοϊβόδας δεν τους έσβηνε ποτέ από τα  φορολογικά του τεφτέρια.

Μια ενδιαφέρουσα άποψη για την προέλευση της λέξης «Αρμάνος» των Βλάχων


   Το θέμα είναι, βέβαια, τεράστιο γιαυτό θα δώσουμε μια συνοπτική εξήγηση στα πλαίσια ενός σημειώματος εφημερίδας. Καταρχάς, το όνομα Βλάχοι στους ελληνόγλωσσους πληθυσμούς δόθηκε από τους άλλους λαούς. Οι Βλάχοι ονομάζουν τους εαυτούς τους Αρμάνοι με εξαίρεση τους Μογλενίτες, που αυτοαποκαλούνται Βλάσι .
  Οι περισσότεροι πιστεύουν ότι το όνομα  Αρμάνος προέκυψε από το λατινικό Romanus με το  αρχαίο ελληνικό προθετικό α: Armanu <Ar(o)manu(s) < a+Romanus. Η ονομασία αυτή σχετίζεται με το διάταγμα του Καρακάλα (Edictum Antoninianum), 212 μ.Χ., με το οποίο γενικεύτηκε το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη σε όλους τους κατοίκους των Ρωμαϊκών επαρχιών (Romanus Cives). Οι όροι Αρωμούνος/Αρωμούνοι κι Αρμάνος/Αρμάνοι είναι νεολογισμοί. Ο πρώτος προήλθε από τον γερμανικό όρο Aromunen που εισήγαγε ο Γκούσταβ Βάϊγκαντ στο δεύτερο μισό του 19ου αιώνα και καθιερώθηκε στην ελληνική του μορφή από τον Αχιλλέα Λαζάρου. Ο δεύτερος όρος εμφανίστηκε στην ελληνική βιβλιογραφία αρχικά στη μορφή Αρμάνιοι από το Σωκράτη Λιάκο και στη σημερινή του μορφή Αρμάνοι από τον Νικόλαο Μέρτζο κ.α.
    Ένας ακαταπόνητος ερευνητής, ο Γιώργης Έξαρχος, ο οποίος μελετά το θέμα των Βλάχων ,και όχι μόνο, χωρίς πολιτικές και εθνικές σκοπιμότητες, σεβόμενος τους επαγγελματίες και ερασιτέχνες βλαχολόγους (επιστήμονες και μη) και εξαντλώντας δεκάδες χιλιάδες πηγές στα βιβλία του, ειδικά  στο βιβλίο του, «Οι Ελληνόβλαχοι  τόμος Α, εκδόσεις Καστανιώτη  Αθήνα 2001», διαφοροποιείται και θεωρεί ότι η λέξη προέκυψε  από τις λέξεις arimanni και armannia  οι οποίες ήταν πολιτικοστρατιωτικοί όροι, που εξέφραζαν τον τρόπο της κοινωνικής οργάνωσης της βόρειας  Ιταλίας, από τους Λογγοβάρδους (8ο μ.Χ. αιώνα), γεγονός που οδηγεί στην διαπίστωση ότι ο ίδιος τρόπος κοινωνικής οργάνωσης υφίσταται και στο ανατολικό Ρωμαϊκό  Κράτος ,στην Ρωμανία, από τον 4ο μ.Χ. αιώνα.
    Στηρίζεται στις θέσεις του καθηγητή της ιστορίας Γ. Τ. Κόλλια (Ιστορία των μέσων χρόνων Αθήνα χ.χ. τεύχος 2ον σ. 383-384 πανεπιστημιακές εκδόσεις)  ο οποίος αν μας έδινε τις λατινικές πηγές από όπου άντλησε τις πληροφορίες του θα είχαμε χειροπιαστή  την άποψη του, ότι η ονομασία Armani προέκυψε από το arimanni.

ΒΛΑΧΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ: *ΚΡΕΟΛΗ* ΕΛΛΗΝΟΛΑΤΙΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ



-*Κρεολή* = μιγάς , μεικτή

Υπάρχει μια δοξασία και ένα μύθευμα, ριζωμένα επί δεκαετίες ολόκληρες, που άκριτα ατεκμηρίωτα θεωρούν την αρμάνικη-βλάχικη γλώσσα ίδια και απαράλλακτη με την ρουμάνικη γλώσσα των Βλαχομπογδανών της Δακορουμανίας, γι'αυτό την ονομάζουν ανοήτως ρουμανοβλάχικα ή βλαχορουμάνικα! 
Άλλοι θεωρούν την αρμάνικη ως μια διάλεκτο της ρουμάνικης. Και γεννιέται το ερώτημα: Αλήθεια, ποιες είναι οι σχέσεις της αρμάνικης-βλάχικης με τη ρουμάνικη γλώσσα;
Η απάντηση είναι πολύ απλή. Η βλάχικη γλώσσα αποτελεί έναν κλάδο της δημώδους λατινικής των Βαλκανίων και όχι παρακλάδι της δακορουμανικής. Έχει συγγένεια με τη ρουμάνικη κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι οι 2 γλώσσες ανήκουν στην ανατολική βαλκανική ομάδα ρωμανικών γλωσσών (αρμάνικη - βλάχικη, ρουμάνικη, ιστρορουμάνικη, μογλενίτικη). Παρόμοιες συγγένειες έχουν μεταξύ τους και οι γλώσσες που ανήκουν στη δυτική ομάδα γλωσσών (ιταλική, γαλλική, ισπανική, πορτογαλική, ραιτορουμάνικη). Ολες οι ρωμανικές γλώσσες, ανατολικές και δυτικές, κατάγονται από τη δημώδη-προφορική λατινική γλώσσα της Βαλκανικής και της Δυτικής Ευρώπης αντίστοιχα.
Σε ό,τι αφορά την αρμάνικη-βλάχικη γλώσσα, μπορούμε να πούμε ότι χωρίζεται σε 2 βασικές διαλέκτους: 1. Βόρεια ομάδα 2. Νότια ομάδα.
Και οι δύο ομάδες πρέπει να καταγραφούν συστηματικά και με επιστημονική εγκυρότητα από το όποιο σωζόμενο ακόμη γλωσσικό υλικό σε κάθε ένα από τα βλαχοχώρια, ώστε να τεθεί στη διάθεση των ειδικών ερευνητών – γλωσσολόγων. Κάτι τέτοιο δεν έχει συμβεί μέχρι σήμερα δυστυχώς- γιαυτό και όσοι αναφέρονται στην αρμάνικη γλώσσα εικοτολογούν και υποθέτουν-τερατολογούν-αφού δεν έχουν το γλωσσικό υλικό στη διάθεσή τους.
Όσα λεξικά της αρμάνικης-βλάχικης κυκλοφόρησαν από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και επί των ημερών μας περιέχουν μικρό ποσοστό του συνολικού γλωσσικού πλούτου των Αρμάνων-πλούτου που είναι ακόμα σε χρήση- οπότε οι οποιεσδήποτε μελέτες με βάση αυτά τα λεξικά μπορούν να οδηγήσουν σε λάθος εκτιμήσεις και λάθος συμπεράσματα.
Ωστόσο πρέπει να γίνουν οι εξής βασικές επισημάνσεις:

Ελληνόφωνα Τραγούδια των Βλάχων Βέροιας



 Όπως επισημάναμε σε προηγούμενο σημείωμά μας, από την έρευνα που κάναμε, αλλά και από την ίδια μας εμπειρία, τα πλείστα των τραγουδιών των Βλάχων είναι στην ελληνική γλώσσα (με ελληνικούς ρυθμούς) και ελάχιστα είναι στο βλαχικό γλωσσικό ιδίωμα. 
  Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και στην Βέροια. Και πώς να μην είναι άλλωστε, αφού το μουσικοχορευτικό ύφος των Βλάχων αποτελεί μέρος του αντιστοίχου ηπειρωτικού, με αρχαιοελληνικό υπόβαθρο και μάλιστα γνησιότατο (αργό, ραψωδιακό ύφος με ρυθμούς της αρχαίας προσωδιακής ποίησης - συνδυασμοί δακτύλων 4/4, ιάμβων 3/4, παιόνων 5/4 - με απλά λόγια οι αρχαίοι Έλληνες έλεγαν τα ποιήματά τους τραγουδιστά και με ρυθμούς που βλέπουμε περισσότερο τώρα στην Ήπειρο). 
  Όταν μετά το τέλος των Βαλκανικών πολέμων στον μεσοπόλεμο έφυγαν αρκετοί Βλάχοι στην Ρουμανία και εγκαταστάθηκαν στην Δοβρουτσά (για πολιτικούς λόγους μετά την συνθήκη του Βουκουρεστίου) ο Ρουμάνος λαογράφος Paunesku αιφνιδιάστηκε, όταν, ζητώντας από τις γυναίκες να τραγουδήσουν βλάχικα, άκουσε γνήσιο ελληνικό τραγούδι! (οι Αρωμούνοι τόμος Β G.Weigand -προλεγόμενα Α. Λαζάρου σελ. 14)
   Παρά λοιπόν το γεγονός ότι, ιδιαίτερα η περιοχή μας, όπως είναι γνωστόν, υπέστη την ρουμάνικη προπαγάνδα από τα τέλη του 19ου αιώνα και αναγκάστηκε στην διατήρηση των ρουμάνικων σχολείων (κάποιοι τα έλεγαν βλάχικα !!Weigand) μέχρι και την έναρξη του 2ου παγκοσμίου πολέμου και στην συναφή ρουμάνικη επίδραση στη γλώσσα, στα τραγούδια , στα ποιήματα κλπ, εν τούτοις οι Βλάχοι μας στην συντριπτική τους πλειοψηφία, διατήρησαν τα πλείστα των τραγουδιών τους στα ελληνικά.
  Αυτό αποδεικνύεται από την έρευνα που κάναμε, αλλά και από την βιβλιογραφία. Η Ελένη Κουτσογιανοπούλου-Ψωμά, πριν 72 περίπου χρόνια, συγκέντρωσε πάρα πολλά τραγούδια της Βέροιας και της ευρύτερης περιοχής της Ημαθίας, μεταξύ των οποίων παρά πολλά ήταν τραγούδια υπαγορευμένα από Βλάχες γυναίκες. Παρακάτω παραθέτουμε μόνο 74 (διότι δεν έχουμε αρκετό χώρο για την αναφορά όλων). Ο Βεργιώτης αναγνώστης δεν έχει παρά να διαβάσει, τους ελληνικούς τίτλους των τραγουδιών, τα ονόματα και τις ηλικίες των γυναικών για να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα :