Πέμπτη 28 Απριλίου 2011

Μεγάλα Λιβάδια Πάικου - Bλάχικα τραγούδια και ποιήματα




ΕΝΔΕΙΚΤΙΚΑ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ

Πρόλογος: Νικόλαος Ι. Μέρτζος

Ένα κερί αρκεί

Δεν χρειάζεται συστάσεις ένα βιβλίο σαν αυτό εδώ που μέσα σε λίγους μήνες εξαντλείται και ακόμη ζητείται τόσο ώστε πάνω στον χρόνο επανεκδίδεται. 
΄Ετσι κι αλλιώς κάθε βιβλίο ταξιδεύει στον Χρόνο από μόνο του. Δεν ξέρεις ποιός και πότε θα το συναντήσει, ποιός  θα ανοίξει τα σεντούκια του, πώς θα ιδεί και θα ζυγιάσει όσα το χάρτινο καραβάκι μεταφέρει: πληροφορίες και παραδόσεις, σκέψεις και ιδέες, ευαισθησίες και εικόνες. Ούτε μπορείς να μαντέψεις πόσο θα κρατήσει και τι θα φέρει εκείνη η συνάντηση.
Οι άνθρωποι γνωρίζουν τα γινόμενα, τα μέλλοντα γνωρίζουν οι θεοί, λέει ο Αλεξανδρινός ποιητής.
Η Κούλα Λέντζιου είναι δασκάλα κι έμαθε καλά πως ούτε τα γινόμενα γνωρίζουν οι άνθρωποι άμα αυτά ξεμακρύνουν  απ’το μουράγιο της δικής τους  ζωής. Στον αέναο κύκλο των καιρών οι μνήμες χάνονται, οι άνθρωποι περνούν, ο Κόσμος αλλάζει. Όλα τα καταπίνει η λησμονιά -ακόμη και τη δική μας πια λαλιά. Γι’αυτό έγραψε τούτο το βιβλίο: για να πλέει μαζί του στον Χρόνο ένας αρειμάνιος Κόσμος χαμένος πια οριστικά. Για να ακούγεται η λαλιά της και να τραγουδάει ακόμη πάνω στα ψηλά βουνά της η γενιά της, η Λατινόφωνη Ρωμιοσύνη μας.

Το αρματολίκι της Πίνδου


Το αρματολίκι της Βόρειας ΠΙΝΔΟΥ (η ευρύτερη περιοχή Γρεβενά - Σμόλικας - Μέτσοβο), είναι ένα από τα πλέον αξιόλογα ολόκληρου του Ελλαδικού χώρου. Στις δύσκολες ώρες της Επανάστασης, και όχι μόνο, λειτούργησε σαν προμαχώνας, αλλά και φράγμα συγκράτησης εχθρικών δυνάμεων που προοριζόταν για το Νότο. Απασχόλησε μόνιμα τον κατακτητή, γύρω στα 300 χρόνια, και έδωσε πολλές μάχες μαζί του. 
Οπως σε κάθε τόπο, σε κάθε λαό, έτσι και εδώ άλλες ήταν νικηφόρες και άλλες χαμένες. Πολλά είναι τα περιστατικά που ξετυλίχτηκαν και σε αυτό τον τόπο με : αίμα, θυσίες, καταστροφές, εξανδραποδισμούς συνειδήσεων και όσα άλλα μπορεί να εφεύρει ο κατακτητής. Ας θυμηθούμε το " Ντης παρασή " δηλ. αφού οι ορδές των πλιατσικολόγων έμπαιναν μέσα στα σπίτια, έτρωγαν, έπιναν, σκότωναν, έκαιγαν, ατίμαζαν, στο τέλος ζητούσαν και αποζημίωση " ντης παρασή " για τη φθορά που είχαν πάθει τα δόντια τους τρώγοντας ή δαγκώνοντας τις όμορφες γυναίκες.

«...Αρματολών πήρε ντορό κι' έστησε η λεβεντιά χορό ... » 
τραγουδιέται ακόμα και σήμερα στα χωριά των Γρεβενών...

Η πόλη των Γρεβενών, μαζί με τα χωριά του κάμπου της, πλήρωσε ένα από τα πιο βαριά τιμήματα στον κατακτητή, που λύσαζε γιατί δεν μπόρεσε ποτέ να υποδουλώσει τη Βόρεια ΠΙΝΔΟ με τα χωριά της. Εκεί ψηλά ποτέ δεν τον σήκωσε ο αέρας, και όσες φορές κατάφερε να πάει, μόνο περαστικός ήταν. Ονομαστοί πρωτοκαπεταναίοι και καπεταναίοι έδρασαν εδώ, τις περισσότερες φορές πληρώνοντας με τη ζωή τους, τη ζωή των οικογενειών τους, το βαρύ τίμημα της πολυπόθητης ελευθερίας.

Τετάρτη 27 Απριλίου 2011

Τα σχολεία των ορέων....


Σε λίγο καιρό τα σχολεία κλείνουν. Το ξέγνοιαστο καλοκαίρι με τις τρίμηνες διακοπές ξεκινά. Δάσκαλοι και μαθητές θα αποχωριστούν, τα βιβλία θα μπουν στο... ράφι και το βάσανο του πρωινού ξυπνήματος θα εκλείψει.
Δεν πάνε πολλά χρόνια που σε κάποιες ορεινές και κακοτράχαλες ελληνικές γωνιές η σχολική χρονιά ξεκινούσε τον Ιούνιο!
Βαρύς και δύσκολος ο χειμώνας που επικρατούσε στις βουνοκορφές της Πίνδου, ανάγκαζε από παλιά τους βοσκούς να μετακινούνται στα πεδινά αναζητώντας συνθήκες ευνοϊκότερες για τα ποίμνιά τους.

Στα χειμαδιά
Ετσι κάθε άνοιξη οι κτηνοτρόφοι της ορεινής Μακεδονίας, της Ηπείρου αλλά και της Πελοποννήσου «ανέβαιναν» με τις οικογένειες και τα κοπάδια τους από τα «χειμαδιά» (τον κάμπο όπου είχαν περάσει τον χειμώνα) στο βουνό για να «ξεκαλοκαιριάσουν».
Για τα παιδιά τους υπήρχε ένας διαφορετικός προορισμός: το σχολείο του ορεινού χωριού θα άνοιγε τις πόρτες του και θα λειτουργούσε όλο το καλοκαίρι, φροντίζοντας να καλύψει τις εκπαιδευτικές ανάγκες τους.
Με τον ερχομό του φθινόπωρου τα χωριά θα «άδειαζαν» και πάλι: στα τέλη Οκτωβρίου οι τσομπαναραίοι ξανάφευγαν για τα χειμαδιά για να επιστρέψουν το Πάσχα ή λίγο μετά.
Ηταν μια εσωτερική μετανάστευση, αυστηρά προγραμματισμένη και άριστα οργανωμένη, που κράτησε πολλά χρόνια και εξακολουθεί σ' έναν βαθμό να υφίσταται μέχρι τις μέρες μας.
Η κοινωνία των νομάδων της Ηπείρου και της Κεντρικής Μακεδονίας περιελάμβανε τους Σαρακατσάνους και τους βλαχόφωνους.

Mήπως οφείλει η Ελλάδα να προστατεύσει όσους δηλώνουν Έλληνες παρά την ασφυκτική πίεση της Αλβανίας;


Όπως πληροφορηθήκαμε από την εκπομπή του ΡΑΔΙΟ ΑΣΤΥ "ΒΟΡΕΙΟΣ ΗΠΕΙΡΟΣ.GR"  αλβανική εφημερίδα αναφέρει ότι εκπρόσωποι των Βλάχων από τα χωριά της Κορυτσάς Ντισνίτσα, Μπομποστίτσα, Βυθκούκι, Ντρενόβα και άλλα, εξέδωσαν ανακοίνωση σύμφωνα με την οποία δηλώνουν την ελληνική τους καταγωγή και στηρίζουν τον Πρόξενο της Ελλάδος κο Οικονόμου.

«Εμείς οι Βλάχοι ξέρουμε την ιστορία μας από τους προγόνους μας, οι οποίοι μας έμαθαν ότι οι ρίζες μας είναι ελληνικές» δήλωσε ο πρόεδρος του χωριού Ντισνίτσα Βασίλης Ζήνδρος. Οι δηλώσεις αυτές ήρθαν ως απάντηση κατά των όσων υποστήριξε Αλβανός ιερέας, ο οποίος είπε ότι οι Βλάχοι δεν είναι Έλληνες αλλά έχουν τη δική τους ταυτότητα.

Στεφάνι Ασπροποτάμου


Το Στεφάνι ή Σκληνιάσα, κατά την παλιά Βλάχικη ονομασία, είναι το ορεινότερο χωριό του Ν. Τρικάλων με υψόμετρο 1380 μ. Βρίσκεται στο βορειοδυτικό τμήμα του Νομού Τρικάλων, στην οροσειρά της Νοτίου Πίνδου και συνορεύει με το Νομό Ιωαννίνων. Απέχει 75χλμ από τα Τρίκαλα και περίπου 25 χλμ από το Μέτσοβο. Ανήκει στην Διευρυμένη Κοινότητα Ασπροποτάμου με έδρα την Καλλιρρόη.
Οι κάτοικοι του Στεφανίου, Βλάχοι στην καταγωγή, ασχολούνταν κυρίως με την κτηνοτροφία και το εμπόριο. Το Στεφάνι κατοικείτο ανέκαθεν μόνο τους θερινούς μήνες, ενώ το χειμώνα η πλειοψηφία των κατοίκων του χωριού  μετακινούνταν στη περιοχή των Φαρσάλων.
Με την πάροδο των χρόνων και την εγκατάλειψη της νομαδικής ζωής, επήλθε η κατάρρευση όλων σχεδόν των παλαιών κτισμάτων. Για τον λόγο αυτό, ο οικισμός του Στεφανίου σήμερα, δεν έχει κάποια ιδιαίτερη παραδοσιακή αρχιτεκτονική, με εξαίρεση την τρίκλιτη βασιλική της Αγίας Παρασκευής (1770), με τον υπέροχο εσωτερικό ξύλινο διάκοσμο, που δεσπόζει στην πλατεία του χωριού. 

Σε αντιστάθμισμα όμως, οι επισκέπτες του χωριού αποζημιώνονται από το ξεχωριστό φυσικό περιβάλλον αποτελούμενο από πυκνά δάση, αμιγή ή μεικτά, από οξιά, δασικό πεύκο και έλατο που περικυκλώνουν το χωριό δημιουργώντας ένα μοναδικό σε ομορφιά τοπίο. Δεσπόζουν οι κορυφές Τρέ Γκάγκοτς (1.900 μ.), Μπουρλή (1.950 μ.), Στιάρπα (1.700 μ.), όπου φύεται το φυτό από τις ρίζες του οποίου παρασκευάζεται το παραδοσιακό ρόφημα «σαλέπι», Χέλι (1.900 μ.), Πάϊλτανος (2.150 μ.) και Τρίαινα (1.800 μ.). Από το Χέλι διακρίνονται το Μέτσοβο και τα Ιωάννινα. Η Στιάρπα αποτελεί πέρασμα αγρίων ζώων.
Η περιοχή του Στεφανίου είναι μόνιμο καταφύγιο θηραμάτων φιλοξενώντας  ένα σημαντικό αριθμό των απειλούμενων ζωικών ειδών της Πίνδου, όπως την καφέ αρκούδα και τον λύκο. Επιπλέον, η ευρύτερη περιοχή του Ασπροποτάμου με συνολική έκταση 20.094 εκταρίων έχει ενταχθεί στον Εθνικό Κατάλογο του Ευρωπαϊκού Δικτύου ΦΥΣΗ 2000.

Τρίτη 26 Απριλίου 2011

‘Λαϊκά παραδοσιακά παιχνίδια του Λιβαδίου Ολύμπου’

Του Γιώργου Συνεφάκη
Προέδρου του Συλλόγου Λιβαδιωτών Θεσσαλονίκης ‘Ο Γεωργάκης Ολύμπιος’

Όταν τα ‘παιδία παίζει’, η παιδεία χαμογελά

Το παιχνίδι από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα αποτελεί αντικείμενο μελέτης και έρευνας, κυρίως λόγω της επιρροής του στη διαπαιδαγώγηση των παιδιών. Πάνω από 50 λαξευμένα παιχνίδια στα δάπεδα και στα σκαλιά των ναών της Ακρόπολης εντόπισαν οι αρχαιολόγοι κατά τις εργασίες αναστήλωσης του Παρθενώνα. Τα παιδία παίζει και μάλιστα, εκείνα τα παιδιά των αρχαίων χρόνων, κάθε ηλικίας, έπαιζαν παιχνίδια στα σκαλιά και στα δάπεδα των ναών του Ιερού Βράχου. Η Αθηνά και ο οίκος της ήταν πολύ οικείος χώρος γι’ αυτούς. Έτσι, χάραζαν στο δάπεδο και στα σκαλιά του παιχνίδια στρατηγικής και δεξιοτεχνίας. Η χρονολόγησή τους είναι ασαφής λόγω της διαχρονικότητάς τους. 
Πράγματα απολύτως λογικά, μια που παιδί και παιχνίδι είναι έννοιες αλληλένδετες. Η σημασία του παιχνιδιού για το παιδί έγκειται στον καθοριστικό ρόλο που διαδραματίζει στη διαμόρφωση του χαρακτήρα και του ψυχισμού του ήδη από τη βρεφική ηλικία. Το παιδί παίζει για να ανταποκριθεί σε μια πρόκληση της φύσης, προετοιμάζοντας τη βιολογική και ψυχική του εξέλιξη, να ανακαλύψει τον πραγματικό κόσμο και να προσαρμοστεί σ’ αυτόν. Λαμβάνει ερεθίσματα, εξασκεί την εφευρετικότητα και εκφράζει τη δημιουργικότητά του, αναπτύσσει σταδιακά τη γλώσσα, την κρίση και τη λογική. Παράλληλα, μέσω του παιχνιδιού, το παιδί εξετάζει και αντιλαμβάνεται με το δικό του τρόπο τις σχέσεις του με τους γονείς και τους συνομήλικούς του, κοινωνικοποιείται και μαθαίνει να συνεργάζεται. Το παιχνίδι είναι μία από τις κορυφαίες μορφές πολιτιστικής έκφρασης, γιατί δημιουργήθηκε και χρησιμοποιήθηκε ως μέσο προετοιμασίας του νεαρού ατόμου για τη ζωή στην εκάστοτε εποχή. Το παιχνίδι των παιδιών είναι ο κόσμος των μεγάλων σε μικρογραφία, είναι ο διάλογος του κόσμου των ενηλίκων με τον κόσμο των παιδιών, είναι ο αντικατοπτρισμός του πολιτισμού, των ηθών και των αξιών κάθε εποχής.

Συγκαθιστοί χοροί

Τον καλύτερο προσδιορισμό της λέξης ‘συγκαθιστός’ χορός ,κατά την ταπεινή μας γνώμη, τον δίνουν οι Βλάχοι, οι Γρεβενιώτες, οι Χασιώτες,  κλπ περισσότερο  την Πίνδο, οι οποίοι προσονομάζουν τον χορό με πληθυντικό αριθμό: «Συγκαθιστά, ή Συγκαστά’, ή και ‘Σκόρπια’. Πράγματι έτσι είναι, γιατί δεν πρόκειται για κάποιον συγκεκριμένο χορό -όπως έχουμε μάθει να λέμε π.χ.  τσάμικο ή καλαματιανό - αλλά  για μια σειρά χορών  με συγκεκριμένο τρόπο   χορευτικής έκφρασης (δηλαδή όχι συρτά στον κύκλο ,αλλά σκόρπια). Άλλωστε και στην περιοχή της Θράκης, όπου συναντάμε τους συγκαθιστούς χορούς,  αντιλαμβανόμαστε ότι δεν πρόκειται για κάποιον συγκεκριμένο χορό αφού,  για παράδειγμα, τον ‘Μαντηλάτο’ της Δ. Θράκης οι Ανατολικορωμιλιώτες τον αποκαλούνε  ‘Συγκαθιστό’ και  τον ‘Συγκαθιστό’ πάλι της Δ. Θράκης οι ίδιοι (Ανατολικορωμιλιώτες) τον αποκαλούνε ‘Καρσιλαμά’ ή ‘Κατσιβέλικο’.
   Επίσης, μπορεί να δημιουργηθεί παρεξήγηση και παρερμηνεία ως προς την προέλευση της λέξης (συγκαθιστός) από τους  διάφορους αναλυτές και ερευνητές. Όπως θα δούμε παρακάτω στις αναλύσεις, που κάνουν διάφοροι ερευνητές, άλλοι (α) εξηγούν την λέξη ‘συγκαθιστός’ από το ‘συγκάθισμα’ στο γόνατο (δεξί ή αριστερό) του χορευτή κατά την  χορευτική διαδικασία, άλλοι (β)τον ταυτίζουν με  τους  γαμήλιους χορούς  ή και άλλοι (γ) και  τα δύο μαζί.

Δευτέρα 25 Απριλίου 2011

Απογραφές στη Μακεδονία



Ο κατάλογος αφορά στα αποτελέσματα της πρώτης επίσημης απογραφής του οθωμανικού κράτους που ξεκίνησε το 1831 και ολοκληρώθηκε το 1838.


Προέρχεται από το άρθρο του D.Panzac, La population de la Macedoine au XIX siecle (1820-1912). Population et sante dans l’Empireottoman (XVIIIe - XXe siecles), Istanbul 1996


Ottoman census / 1831 nüfus sayımı
Aφορά μόνο τον ανδρικό πληθυσμό.






ΟΙ ΒΛΑΧΟΙ - ΑΡΜΑΝΟΙ ΤΗΣ ΝΑΟΥΣΑΣ


~ Φωτο: ''ΤΑ ΚΑΜΕΝΑ'' Το παλιό εμπορικό κέντρο της Νάουσας, με τα γύρω αρχοντόσπιτα και μαγαζιά των Βλάχικης καταγωγής Ναουσαίων (1920).

Η παρουσία των Βλάχων στη σημερινή Νάουσα, χρονολογείται, σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες οικογενειών με διαχρονική παρουσία στην πόλη, από την εποχή της ίδρυσής της, περί τον 14 αιώνα, στην αρχική ακόμη φάση της Οθωμανικής κατάκτησης.
Επιπρόσθετα από το 1700 περίπου στην ανατολική πλευρά του Βερμίου υπάρχουν ήδη αρκετοί οικισμοί, που βρίσκονται σε άμεση επαφή με την δυναμική πόλη της Νάουσας. Έχουμε ενδείξεις από αναφορές ότι ορισμένοι απ’ αυτούς τους οικισμούς και κυρίως στις ψηλότερες περιοχές του Βερμίου ήταν βλαχόφωνοι. Επιβεβαίωση αυτών αποτελεί η γραπτή μαρτυρία του Κρουσοβίτη καθηγητή του πανεπιστημίου του Βελιγραδίου Ντούσαν Πόποβιτς, στο βιβλίο που εξέδωσε το 1927 «ΑΡΜΑΝΟΙ-ΒΛΑΧΟΙ των Βαλκανίων», όπου φαίνεται πως τουλάχιστον πριν το 1726, υπήρχαν εγκατεστημένοι Βλάχοι-Αρμάνοι στην Νάουσα. Εξίσου σημαντική καθίσταται η αναφορά του ιστορικού της Νάουσας Ευστ. Στουγιαννάκη ότι πριν το 1822 η Κουτσούφλιανη κατοικούνταν από 90 βλάχικες οικογένειες (1).

Κυριακή 24 Απριλίου 2011

Νυμφαίο - Παλιά ιστορία σε μοντέρνους καιρούς


Ακόμη και οι διαθέσεις του καιρού,εκεί στα 1.350 μέτρα υψόμετρο,μπορεί να αλλάξουν την εικόνα του. Ή και τα μήλα που έμειναν πάνω στα γυμνά δένδρα και τα κάνουν να φαίνονται σαν στολισμένα χριστουγεννιάτικα δέντρα.Ολα αυτά ξεκινάς να τα συναντήσεις από τον Αετό, απ΄ όπου ο δρόμος ανηφορίζει στις καμπύλες των βουνών.Μια λίμνη αχνοσχεδιάζεται πέρα,κάτω από την ομίχλη.Προσπαθείς να καταλάβεις αν αυτή είναι η Χειμαδίτιδα ή η Ζάζαρη.Ετσι ξεχνιέσαι και ταξιδεύεις ανάμεσα στις βελανιδιές σαν να μην περιμένεις τίποτε.Λες και όλα συνωμοτούν για να δοκιμάσεις όσο γίνεται μεγαλύτερη έκπληξη όταν στην τελευταία στροφή του δρόμου αποκαλύπτεται απέναντι ένα «άνθος της πέτρας»,το Νυμφαίο, ένα γνήσιο κομμάτι μιας παλιάς εποχής σε μοντέρνους καιρούς. Αθέατη νύφη όπου μένει το χιόνι.

Η εικόνα του Νυμφαίου έχει άμεση σχέση με την ιστορία του, όπως και το όνομά του με αυτό που είναι. Το έχτισαν καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους κάτοικοι του κάμπου και περιπλανώμενοι βλάχοι ποιμένες περίπου στα τέλη του 14ου αιώνα. Το ονόμασαν Νιβεάστα, βλάχικη λέξη με τρεις σημασίες, που και οι τρεις αποδίδουν ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό του χωριού. Σημαίνει νύφη, σημαίνει αθέατη, σημαίνει και «όπου μένει το χιόνι». Το Νυμφαίο είναι όμορφο σαν νύφη, αθέατο σαν ντροπαλή κοπελιά και όλο τον χειμώνα στολισμένο με χιόνι. Οταν δεν είναι σκεπασμένες με χιόνι, οι σκεπές αστράφτουν σαν ασήμι στον ήλιο. Και με το ασήμι είχε άμεση σχέση το χωριό. Αν και το έχτισαν ξωμάχοι και κτηνοτρόφοι, τελικά πέτυχε προνόμια από τους Τούρκους και τα εκμεταλλεύτηκε στο έπακρο για να αναπτύξει το εμπόριο. Οταν μάλιστα οι Τούρκοι κατέστρεψαν τη Νικολίτσα, ένα βλαχοχώρι στον Γράμμο, και μετά την ίδια τη μητρόπολη των Βλάχων, τη Μοσχόπολη, πολλοί ήλθαν στο Νυμφαίο και ενίσχυσαν τη δυναμική του. Οι διωγμένοι από τη Νικολίτσα μετέφεραν μαζί τους και την τέχνη της αργυροχρυσοχοΐας και το Νυμφαίο έγινε ένα από τα μεγαλύτερα κέντρα αυτής της τέχνης στα Βαλκάνια. Οι χρυσικοί από τη Νιβεάστα ταξίδευαν σε όλη τη Μακεδονία με τα σύνεργα της δουλειάς τους στην πλάτη και μετά γύριζαν στο χωριό τους με τα κέρδη τους. Ετσι βρέθηκαν τα γρόσια που χρειάζονταν για να χτιστούν αυτά τα εντυπωσιακά σπίτια με τις περίτεχνες προσόψεις, διακοσμημένες με ξύλινες «δαντέλες», και τις μεγάλες εξώπορτες. Ολα με πελεκημένη πέτρα. Και τα καλντερίμια και τα σκαλοπάτια... 

Σάββατο 23 Απριλίου 2011

Οι Βλάχοι του Ασπροποτάμου


Οι χωριανοί δεν την έλεγαν ποτέ σκέτη Τζούρτζια, αλλά Μεγάλη Τζούρτζια κι έτσι αναγνωριζόταν και από τους περισσότερους Ασπροποταμίτες. Το σπουδαίο αυτό βλαχοχώρι σήμερα λέγεται τυπικά Αγία Παρασκευή (αν και οι ντόπιοι πάντα Τζούρτζια το ονομάζουν). Πότε κατοικήθηκε, πότε πήρε αυτό το όνομα και γιατί, κανένας δεν είναι σε θέση να γνωρίζει.
Η ζωή σε ένα βλαχοχώρι που απελευθερώθηκε μαζί με την υπόλοιπη Θεσσαλία το 1881 ήταν το ίδιο δύσκολη όπως σε όλη την Πίνδο. Κι επειδή δεν ήταν όλοι τσελιγάδες αλλά απλοί τσοπάνηδες, μπιστικοί και κερατζήδες, κάποιοι αναζήτησαν την τύχη σε άλλους τόπους. Χάρη στην εργατικότητά τους και την ικανότητα προσαρμογής τους οι περισσότεροι πήγαιναν μπροστά και δεν ήταν λίγοι οι Τζουρτζιώτες που πρόκοψαν και αναδείχθηκαν στην Αθήνα, σε άλλες πόλεις και στο εξωτερικό, κυρίως στην Αμερική. Από τα καλοκαιρινά ανταμώματα των αποδήμων με τους τσοπαναραίους προέκυψε το 1893 η Φιλοπρόοδος Αδελφότητα Τζούρτζιας Αθαμανίας ή ΦΑΤΑ όπως έχει επικρατήσει να λέγεται - ο αρχαιότερος σύλλογος των Βλάχων με διαρκή μέχρι σήμερα παρουσία στα πράγματα του χωριού.
Χάρη στη ΦΑΤΑ έγιναν πολλά χρήσιμα έργα στην Τζούρτζια - στην ουσία είχε αναλάβει όλες τις υποχρεώσεις της Πολιτείας (και σε κάποια σημεία την ξεπέρασε) όπως για παράδειγμα την προικοδότηση κοριτσιών, τη συνταξιοδότηση απόρων και αναπήρων πολέμων, την υποστήριξη γυναικών που είχαν περάσει τα 40 και είχαν μείνει ανύπαντρες.
Το πιο πρωτοποριακό όμως έργο της ΦΑΤΑ για εκείνη την εποχή ήταν τα δάνεια με μικρό επιτόκιο που χορηγούσε στα μέλη της και τα οποία έσωσαν κόσμο τότε και έδωσαν πνοή στην κοινωνία της Τζούρτζιας.
«Οι προικοδοτήσεις έχουν σταματήσει, η ΦΑΤΑ όμως συνεχίζει μέχρι σήμερα να βοηθάει τους ανήμπορους τα Χριστούγεννα και το Πάσχα», λέει ο σημερινός πρόεδρος της Αδελφότητας, Θανάσης Ηλ. Μουστάκας. Για λόγους ευθιξίας ήταν θεσμός να μη γνωρίζει κανένας -παρά μόνο η διοίκηση και η εξελεγκτική επιτροπή- τους αποδέκτες των βοηθημάτων αυτών.
Τα τελευταία χρόνια η ΦΑΤΑ λειτουργεί ως εκπολιτιστικός σύλλογος. Ετοιμάζει το λαογραφικό μουσείο που θα λειτουργήσει στο παλιό σχολείο. Διατηρεί χορευτικά τμήματα (ψυχή των οποίων είναι η Αποστολία Κούτσια), συμμετέχει σε διάφορα συνέδρια και κάνει δύο κεντρικές εκδηλώσεις -μία τον χειμώνα στα Τρίκαλα και μία το καλοκαίρι στο χωριό.
Οσον αφορά το κοινωνικό έργο, η ΦΑΤΑ δραστηριοποιείται ώστε να υπάρχει γιατρός όλο το καλοκαίρι στην Τζούρτζια. Σταθμός στην ιστορία της μπορεί να θεωρηθεί η ψηφιοποίηση όλου του αρχείου της που περικλείει την ιστορία του χωριού. Εγινε το 2008 με την υποστήριξη του Κέντρου Ερευνας της Λαογραφίας της Ακαδημίας Αθηνών.
Ηλίας Προβόπουλος