Του Δημήτρη Στεργίου
Δεν περίμενα ποτέ ότι μια σύγχυση που διατηρούσαν από άγνοια στην περιοχή μας γύρω από την πραγματική ονομασία και καταγωγή των Ριμένων – Ελληνόβλαχων της Ακαρνανίας θα γινόταν «επιστημονικό» φλάμπουρο από Ελληνόβλαχο συγγραφέα και άσχετους άλλους συναδέλφους του.
Δικαιολογήστε μου την έκπληξη αυτή για την παράξενη μάλιστα επιμονή ενός βλαχόφωνου από τα Όχθια εκπαιδευτικού, (αλήθεια εκείνος μιλάει και... καραγκούνικα;) του συγγραφέα του επίμαχου αυτού βιβλίου, που χαρακτηρίζει τους βλαχόφωνους της Ακαρνανίας ως... Καραγκούνηδες, αναφέροντας τα εξής:
Στο τεύχος 48 (Ιανουάριος – Απρίλιος 1976) του περιοδικού «Νιοχώρι» δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Θανάση Κοντοπάνου «Περί Βλάχων – Καραγκούνηδων» στο οποίο ήταν διάχυτη η σύγχυση που κυριαρχούσε κυρίως στη γύρω περιοχή για τους κατοίκους των έξι βλαχοχωριών της Ακαρνανίας, δηλαδή της Παλαιομάνινας, της Στράτου, των Οχθίων, της Γουριώτισσας, των Αγραμπέλων και του Στρογγυλοβουνίου, γύρω από το χαρακτηρισμό τους ως «Καραγκούνηδων» και τη... «ρουμανική» καταγωγή τους.
Στο άρθρο αυτό απάντησε με τεκμηριωμένη επιστολή – ντοκουμέντο ο αείμνηστος Κωσταντίνος Νικολάου Κουτσομπίνας. Ο Κωνσταντίνος Κουτσομπίνας, γιος του Νίκου Κουτσομπίνα και εγγονός του Θύμιου Κουτσομπίνα, ιδρυτών της Παλαιομάνινας, ήταν ο δεύτερος γιος της οικογενείας (ο πρώτος ήταν ο αείμνηστος Φώτης Κουτσομπίνας). Πολυμαθέστατος, πολυδιαβασμένος. Ίσως, επειδή είχε το χρόνο όλο δικό του καθώς από τα εφηβικά του χρόνια (λίγο μετά την εισαγωγή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μαζί με το Βασίλη Φίλιππα Νίτσα) ήταν καθηλωμένος στο αναπηρικό κρεβάτι και καθόταν στο σπίτι του και στην εντυπωσιακή αυλή του αρχοντικού Κουτσομπίνα.
Είχα την καλή τύχη και την τιμή να συζητάμε ώρες ολόκληρες με τον Κωνσταντίνο Κουτσομπίνα, ενώ πολλές φορές τον εφοδίαζα και με δικά μου βιβλία, καθότι, όπως προανέφερα, ήταν δεινός μελετητής. Αυτές οι επισκέψεις και οι συζητήσεις στο σπίτι του άρχισαν μετά το 1955 (από μαθητής του Γυμνασίου τη Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου), συνεχίσθηκαν, όταν κατέβαινα στο χωριό, όταν ήμουν φοιτητής στο πανεπιστήμιο και κορυφώθηκαν μετά το 1969, όταν ήδη είχε αρχίσει η δημοσιογραφική μου πορεία.









