Σάββατο 12 Απριλίου 2014

Ηχηρό ράπισμα στη σύγχυση και θεωρίες για «Βλαχόφωνους... Καραγκούνηδες» στην Ακαρνανία


Του Δημήτρη  Στεργίου

Δεν περίμενα ποτέ ότι μια σύγχυση που διατηρούσαν από άγνοια στην περιοχή μας γύρω από την πραγματική ονομασία και καταγωγή των Ριμένων – Ελληνόβλαχων της Ακαρνανίας θα γινόταν «επιστημονικό» φλάμπουρο από Ελληνόβλαχο συγγραφέα και άσχετους άλλους συναδέλφους του. 

Δικαιολογήστε μου την έκπληξη αυτή για την παράξενη μάλιστα επιμονή ενός  βλαχόφωνου από τα Όχθια εκπαιδευτικού, (αλήθεια εκείνος μιλάει και... καραγκούνικα;)  του συγγραφέα του επίμαχου αυτού βιβλίου, που χαρακτηρίζει τους βλαχόφωνους της Ακαρνανίας ως... Καραγκούνηδες,  αναφέροντας τα εξής:

Στο τεύχος 48 (Ιανουάριος – Απρίλιος 1976) του περιοδικού «Νιοχώρι» δημοσιεύθηκε ένα άρθρο του Θανάση Κοντοπάνου «Περί Βλάχων – Καραγκούνηδων» στο οποίο ήταν διάχυτη η σύγχυση που κυριαρχούσε κυρίως στη γύρω περιοχή για τους κατοίκους των έξι βλαχοχωριών της Ακαρνανίας, δηλαδή της Παλαιομάνινας, της Στράτου, των Οχθίων, της Γουριώτισσας, των Αγραμπέλων και του Στρογγυλοβουνίου, γύρω από το χαρακτηρισμό τους ως «Καραγκούνηδων» και τη... «ρουμανική» καταγωγή τους. 

Στο άρθρο αυτό απάντησε με τεκμηριωμένη επιστολή – ντοκουμέντο ο  αείμνηστος  Κωσταντίνος Νικολάου Κουτσομπίνας. Ο Κωνσταντίνος Κουτσομπίνας, γιος του Νίκου Κουτσομπίνα και εγγονός του Θύμιου Κουτσομπίνα, ιδρυτών της Παλαιομάνινας, ήταν  ο δεύτερος γιος της οικογενείας (ο πρώτος ήταν ο αείμνηστος Φώτης Κουτσομπίνας). Πολυμαθέστατος, πολυδιαβασμένος. Ίσως, επειδή είχε το χρόνο όλο δικό του καθώς από τα εφηβικά του χρόνια (λίγο μετά την εισαγωγή στο Πάντειο Πανεπιστήμιο μαζί με το Βασίλη Φίλιππα Νίτσα) ήταν καθηλωμένος στο αναπηρικό κρεβάτι και καθόταν στο σπίτι του και στην εντυπωσιακή αυλή του αρχοντικού Κουτσομπίνα.

Είχα την καλή τύχη και την τιμή να  συζητάμε ώρες ολόκληρες με τον Κωνσταντίνο Κουτσομπίνα, ενώ πολλές φορές τον εφοδίαζα και με δικά μου βιβλία, καθότι, όπως προανέφερα, ήταν δεινός μελετητής. Αυτές οι επισκέψεις και οι συζητήσεις στο σπίτι του άρχισαν μετά το 1955 (από μαθητής του Γυμνασίου τη Παλαμαϊκής Σχολής Μεσολογγίου), συνεχίσθηκαν, όταν κατέβαινα στο χωριό, όταν ήμουν φοιτητής στο πανεπιστήμιο και κορυφώθηκαν μετά το 1969, όταν ήδη είχε αρχίσει η δημοσιογραφική μου πορεία.

Παρασκευή 11 Απριλίου 2014

Karađorđev ustanak, zbrinjavanje ranjenika i zdravlje naroda


Istorija medicine i zdravstvene kulture

Srebrica Knežević
Filozofski fakultet - Beograd


Zdravstvene prilike pre Karađorđevog ustanka 1804. godine, prema postojećim podacima (1), bile su teške. Pored lične i imovinske nesigurnosti, stanovništvo je trpelo od zuluma, od prirodnih nepogoda, nerodice, gladi. Uz sve to javlja se epidemija rekurensa, pegavca, variole, malarije i drugih oboljenja.
Ratne prilike poznate kod nas kao KOČINA KRAJINA pale su na srpske dobrovoljačke odrede.
Ostavljeni sebi, Srbi su bili pobeđeni, a Koča sa 60 ratnika nabijen na kolac kod Tekije 1788. god. (2). 
Godine 1791. ratovanje je obustavljeno ali, su sledeće godine bile još teže, te se stanovništvo iz mnogih srpskih oblasti, iz Levča, Temnića, Belice, Jasenice, pa čak i iz Topole, iseljava (3) i živi po zbegovima ili po sremskim selima, sve dok ih Karađorđe pred ustanak nije pozvao natrag.
Iz tog predustaničkog doba, iz vremena austro-turskog rata, ima u letopisima podataka o boleštinama koje su pogađale izbegli narod.
Posledice Kočine Krajine su tada nastale epidemije koje pominje i Tronoški letopisac, kako je naš živalj u novim predelima, “u nezdravoj uže zemlji”, poumirao. Često je citiran zaključak: ”Tada postrada bedni Srbalj”. O svemu tome ima podataka uz navode da se posle 1792. godine javlja opet jedna epidemija kuge, koju prati i opšte teško zdravstveno stanje koje se proširuje i na severoistočnu Srbiju. Prvo se kuga pojavila u Poreču, zatim u Krajini, u selu Čubri.
Na one koji su krenuli iz beogradske okoline i prebegli preko Save, prema rečima prote Matije Nenadovica: “udari nekakva bolest u sav ovostrani narod, te pomre”, te se ne može reći da se polovina vratila od onih, koji su tamo prešli.
Napomena: sažetak na engleskom jeziku
Note: summary in English

Ο ελληνισμός της Βουδαπέστης


Άποψη της κεντρικής λεωφόρου Ελισάβετ της
Βουδαπέστης στις αρχές του αιώνα
Ως τη συντέλεια της μνήμης.

Χρήστος Μπράβος
Με των αλόγων τα φαντάσματα

Η Βουδαπέστη ήταν ο δεύτερος μεγάλος προορισμός, μετά τη Βιέννη, των ξενιτεμένων Μακεδόνων στη μεγάλη αποδημία τους προς τις περιοχές της Αυστροουγγαρίας. Η φιλόξενη πρωτεύουσα της Ουγγαρίας δέχτηκε πολλούς Έλληνες, αρχικά ως μετανάστες και αργότερα ως βασικούς παράγοντες της κοινωνικής και πολιτισμικής ιστορίας της πόλης.
Οι πιο πολλοί Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στην όμορφη πολιτεία του Δούναβη κατάγονταν από τη Δυτική Μακεδονία, και ειδικότερα από την Κοζάνη, τη Σιάτιστα, την Καστοριά, τη Βέροια και τη Μοσχόπολη. Στο προαύλιο της ορθόδοξης εκκλησίας της Κοίμησης της Θεοτόκου στην Πέστη, τα επιτύμβια των νεκρών μεταναστών διαλαλούν την καταγωγή τους, τη γενέτειρά τους, με το παράπονο ότι πέθαναν ξένοι στην ξένη γη.

Ενδάδε κείται ξένος, θανών εν ξένη,
ο εκ Κοζάνης Δημήτριος Αγόρα,
εντίμως ζήσας τριάκοντα έξι έτη,
ανεπαύθη δε ησύχως εν Κυρίω,
εν σωτηρίω 1809 Μαϊου 13.

Σε άλλο επιτύμβιο, του Γεωργίου Γούση Μίσιου, που πέθανε το 1772 στην Πέστη, γράφει σε άπταιστα ελληνικά:

Θέλεις να μάθεις τίς εστίν ο ώδε τεθαμμένος
και πώς μεν ονομάζετο, πού ήτο γεννημένος;
Γνώθι ότι Γεώργιος υπήρχε κεκλημένος
του Γούση Μίσιου υιός πολλά ηγαπημένος.
Κοζάνης ήτο γέννημα, θρέμμα Μακεδονίτης,
ως είθε γένοιτο, Χριστέ, και Ουρανοπολίτης.
Ένα προς τους τριάκοντα έζησε χρόνους όλους,
τώρα δε κατεσκήνωσε προς ουρανίους δόμους.
Εν έτει σωτηρίω 1772 Μαρτίου 10 εις Πέσταν.

Οι απόδημοι Μακεδόνες εργάστηκαν στην Ουγγαρία ως έμποροι, αλλά κυρίως ως ενοικιαστές μεγάλων γεωργικών εκτάσεων και κτημάτων και αργότερα ως ιδιοκτήτες τους. Εκμεταλλευόμενοι την φιλελεύθερη και ανεκτική στάση των Ούγγρων, οι Έλληνες μετανάστες αναπτύχθηκαν πνευματικά και οικονομικά στη Βουδαπέστη, που την αναγνώριζαν ως δεύτερη πατρίδα τους. 

Πέμπτη 10 Απριλίου 2014

Το ιστορικό χωριό Σκρα στα βλαχομογλενά


Το Σκρα είναι ένα μικρό βλαχοχώρι στα βορειοδυτικά του νομού Κιλκίς. Απέχει 4 χλμ. από τα σύνορα με την Π.Γ.Δ.Μ. και βρίσκεται σε υψόμετρο 520 μ. στις πλαγιές του όρους Πάικο. Η πρώτη αναφορά για το χωριό με το όνομα Λούμνιτσα, τότε, ήταν το 1452, ένα χρόνο πριν την Άλωση της Κωνσταντινούπολης. Οι κάτοικοι του Σκρα αγωνίστηκαν για την ελευθερία και την ένωση με την Ελλάδα κατά τη διάρκεια του Μακεδονικού Αγώνα. Σπουδαίοι Μακεδονομάχοι από το Σκρα ήταν ο Δημήτριος Παπαγεωργίου, ο Αναστάσιος Σταυρίδης και ο Αθανάσιος Τσέμπης. Το χωριό πήρε το όνομα του από την κοντινή κορυφή Σκρα ντι Λέγκεν (που σημαίνει στα βλαχομογλενίτικα Λίκνο εκ Βράχων), όπου διεξήχθη η Μάχη του Σκρα (Σκρα - Ραβινέ), μία από τις σημαντικότερες μάχες του Α' Παγκοσμίου Πολέμου.
Στο χωριό λειτουργεί από τον Μάιο του 2002, το Μουσείο Α' Παγκοσμίου Πολέμου - Μάχης Σκρά. Η περιοχή είναι κατάλληλη για φυσιολατρικές δραστηριότητες, ενώ αξιοθέατο αποτελούν και οι καταρράκτες με τη γαλάζια λίμνη.
Οι κάτοικοι ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία. Το 2011 δώθηκε σε δημόσια διαβούλευση, η πρόταση για επαναδραστηριοποίηση των μεταλλείων μολύβδου, ψευδαργύρου και αργύρου στην ευρύτερη περιοχή του Σκρα. Οι τοπικοί φορείς απαιτούν εγγυήσεις για τον έλεγχο της τήρησης των κανόνων προστασίας του περιβάλλοντος, καθώς και αντισταθμιστικά οφέλη για την περιοχή. (Περισσότερες πληροφορίες: Εδώ)

Το Μουσείο Μάχης Σκρα ιδρύθηκε από το Δήμο Αξιούπολης το Μάιο του 2002 μετά από προτροπή του Πολιτιστικού Συλλόγου Σκρα.
Κατά την επίσκεψη στο χώρο του Μουσείου Σκρα, το κοινό έχει την ευκαιρία να γνωρίσει την ιστορία της περιοχής, μέσα από τα κειμήλια του μακεδονικού μετώπου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και της Μάχης του Σκρα.
Έγγραφα, φωτογραφίες, στολές και πληθώρα άλλων αντικειμένων ζωντανεύουν τη νικηφόρα Μάχη του Σκρα, που έλαβε χώρα στις 17 Μαΐου του 1918. Τότε, οι μεραρχίες της Εθνικής Άμυνας, του Αρχιπελάγους, των Σερρών και της Κρήτης πολέμησαν με σθένος και κατάφεραν να καταλάβουν τις θέσεις του βουλγαρικού στρατού στο Σκρα.
Η επίσκεψη στο Μουσείο Σκρα είναι δυνατή μετά από συνεννόηση με το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας Αξιούπολης στο τηλέφωνο +30 23430 31656 και στην ηλεκτρονική διεύθυνση: museumax@otenet.gr Η είσοδος στο Μουσείο Σκρα είναι ελεύθερη. (Πηγή: Εδώ)

Τετάρτη 9 Απριλίου 2014

Επιστολές προς τον βαρώνο Σίμωνα Γ. Σίνα με σφραγίδα υγειονομικού ελέγχου


Μετά το αγγλικό κείμενο ακολουθεί η μετάφρασή του στα ελληνικά...


QUARANTINE STAMPED LETTERS
22 April and 21 September 1833 
Italian language
42 x 26 cm
ZI 2014-2015

Letters sent from Constantinople to Vienna. The sender was Fathala Gadban and the receiver was Simon G. Sina.  The letters bear the sanitary stamp:  "Gerauchort von Contumaz Amt zu Semlin".  Some of the most important rules regulating the regime in the quarantine were those concerning the disinfection of letters and documents.  They also give us an idea of the constraints imposed upon the import trade at the frontier.  
Special officials and servants were in charge of the process of disinfection The old method of passing letters through vinegar was abandoned as unsatisfactory.  Instead, letters and paper documents were opened and held over steaming vinegar.  The letters had to bear the "sanitary" stamp of the quarantine office. In the 1830s a letter travelled 16-17 days between Constantinople and Vienna.  The first of the letters shown here was sent from Constantinople on 10 April 1833 and it reached its destination on 27 April; the other, dated 10 September, arrived on 26 September.  In both cases the distance from Zemun to Vienna was covered in five days.  In both cases the addressee was Simeon G[eorge] Sina, son and heir of Baron George Sina, a famous Viennese banker.  
"More a baron than a banker", according to the opinion of his contemporaries, Simeon G. Sina founded the First Regional Credit Bank, The First Hungarian Insurance Society and financed the construction of the Picture Gallery of Hungarian Art, of the Greek Church in Fleischmart in Vienna, of the Academy of Sciences palace in Athens, and completed the building of an observatory in Athens, which had been begun by his father.  He was the holder of the highest decorations of numerous states and corporations and the banker of the Austrian and Hungarian ruling houses. His death marked the demise of one of the best-known banking firms of the 19th century.

Τρίτη 8 Απριλίου 2014

Στη Μοναστηριώτισσα Βιολέτα Παπαθανασίου


«Αν δεν γίνουν ένδον περιοχές, τότε μας δόθηκε άδικα μια τέτοια τραγωδία» 

Δ. Κοσμόπουλος, ποιητής

Για τη Ρόζα Παρκς έγραψα τη Μέρα της Γυναίκας, πηγαίνοντας πίσω στον χρόνο και σε μιαν άλλη πατρίδα. Όχι πως μετανιώνω, καθόλου μάλιστα, το λέω κατηγορηματικότατα. Αλλά χτες συναντήθηκα για τρίτη φορά με μια σημερινή Ελληνίδα απίστευτα σημαντική. Στην πραγματικότητα κανείς δε θα φανταζόταν ποτέ πως θα υπήρχε μια σημερινή Ελληνίδα που θα έκανε ένα τέτοιο  έργο και θα είχε μια τέτοια δράση -ούτε εγώ το φανταζόμουν πριν τη γνωρίσω ούτε οι εκατό εκδρομείς από την Καστοριά, που θα ‘θελαν να ‘ναι 150, αλλ’ αυτό δεν επιτεύχθηκε τελικά.

Σχεδόν όλοι οι εκδρομείς του Σαββάτου 15/3 εκπαιδευτικοί: η συντριπτική πλειονότητά τους δάσκαλοι της Α/θμιας, αρκετοί οι εκπαιδευτικοί της Β/θμιας – ήταν μεγάλη η χαρά όλων μας για τη συμμετοχή τους- οι περισσότεροι εκπ/κοί εν ενεργεία, οι λιγότεροι φρεσκοσυνταξιούχοι. Όλους τους «δασκάλους» θα τους αποκαλώ σήμερα, γιατί δάσκαλος είναι όποιος διδάσκει κι η λέξη αυτή είναι τίτλος τιμής. Αλλά θα τους λέω έτσι και για έναν πρόσθετο λόγο: γιατί κι η ψυχή της εκδρομής δασκάλα ήταν όταν δούλευε, δασκάλα εξακολουθεί να είναι και τώρα. Και δίδασκε πολύ περισσότερα απ’ όσα νομίζει κανείς πως είναι καθήκον των δασκάλων να διδάσκουν. Βλέπετε, το τελευταίο, το πόσα νομίζει κανείς σήμερα πως έχει να διδάξει ένας δάσκαλος, έχει γίνει λαστιχένιο σαν τη συνείδηση· τα τεντώνεις και τα δύο όσο θέλεις. Έτσι και τα δυο συνήθως τεντώνονται ελάχιστα, για να παραμείνουν στενά, ώστε όλα όσα εμείς κάνουμε να είναι αρκετά κι ίσως να περισσεύουν κιόλας και να ‘μαστε εντάξει και πολύ ικανοποιημένοι. Αυτός είναι και ο λόγος που στα λόγια είμαστε όλοι οι Έλληνες -κι όχι μόνο οι δάσκαλοι- εντάξει, αλλά η πράξη δε συμφωνεί σχεδόν ποτέ με τα λεγόμενά μας.
Όμως οι εκατό δάσκαλοι που ξεκουνήθηκαν από τον καναπέ τους για να πάνε να μάθουν Ιστορία επιτόπου (στα Βιτώλια) αυτήν τη φορά ξέφυγαν από τον παραπάνω κανόνα. Επιπλέον ακύρωσαν και το στοίχημα κάποιων που έλεγαν κατηγορηματικά πως σίγουρα πάνε για ψώνια γιατί δεν τους ενδιαφέρει η Ιστορία. Αυτοί που στοιχημάτισαν έπεσαν φυσικά τελείως έξω: ήμασταν μια συμπαγής ομάδα που ακολούθησε το πρόγραμμα της ξενάγησης ως το τέλος ολόκληρη. Κι άκουγε και απορούσε και θαύμαζε αδιαλείπτως. Και ένιωθε βεβαίως…
Γιατί οι εκατό δάσκαλοι άκουγαν και μάθαιναν σχεδόν για πρώτη τους φορά όχι πως το Μοναστήρι ήταν ελληνικό -αυτό το ξέραμε όλοι- μα πόσο ελληνικό ήταν το Μοναστήρι -τόσο όσο κι η Καστοριά κι η Φλώρινα κι η Θεσσαλονίκη. Και το τεστ που έκανα σε κάποιους πιο κοντινούς στο χώρο, όπως λόγω καταγωγής είμαι κι εγώ, το επιβεβαίωσε: κανένας μας δεν ήξερε πως λίγο πριν από το Μοναστήρι υπάρχει η αρχαία Ηράκλεια και πως η ίδρυσή της σχετίζεται και  με την Καστοριά, αφού ο Ηρακλής που την έχτισε είχε για βοηθό του τον Κάστορα που Καστοριανός έγινε, όπως λέει όμορφα η μυθολογία μας…

Δευτέρα 7 Απριλίου 2014

Σάββατο 5 Απριλίου 2014

Η Ελληνική Εκκλησία της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στην πλατεία Petőfi της Βουδαπέστης


Budapest - Petofi Platz

Από τον Κανονισμό λειτουργίας του Ιερού Ναού της Κοιμήσεως της Θεοτόκου της 
«εν Πέστα ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΟΙΝΟΤΗΤΟΣ ΓΡΑΙΚΩΝ ΤΕ ΚΑΙ ΒΛΑΧΩΝ [...]» (1802), 
που αναφέρει:

«Κοινή γνώμη απεφασίσαμεν διά να έχωμεν παντοτινήν ειρήνην τόσον ημείς, όσο και τα τέκνα των τέκνων ημών και όλοι οι μεταγενέστεροι του ΓΕΝΟΥΣ ΜΑΣ
ΓΡΑΙΚΟΙ ΤΕ ΚΑΙ ΒΛΑΧΟΙ...».

Στην Πέστη, οι Έλληνες δεν θέλουν πλέον να εκκλησιάζονται στη σερβική εκκλησία και ζητούν άδεια να κτίσουν δική τους. Υπογράφουν 300 ελληνικές οικογένειες, τα 2/3 των οποίων ήταν ελληνοβλαχικές από τη Μακεδονία (Μακεδονόβλαχοι). Οι 177 οικογένειες κατάγονται από τη Μοσχόπολη. 

Ο έρανος για τον ναό απέδωσε 32.454 χρυσά φλωριά. Τα 26.000 έδωσαν Μοσχοπολίτες, 40.000 χρυσά φράγκα ο Αλέξανδρος Λέπωρος, 2.000 χρυσά φλωριά ο Ναούμ Μέσκα και ο Γεώργιος Χριστοδούλου. Ο μεγαλοπρεπής ελληνικός ναός της Πέστης εγκαινιάζεται το 1770 και αφιερώνεται στην Κοίμηση της Θεοτόκου.

Τα νέα της Αννούλας της Κλεισούρας - μια ακόμα Απριλιανή επέτειος


Το γράμμα μας περίμενε στο γραφείο για να μας μεταφέρει τα τελευταία νέα της Αννούλας της Κλεισούρας, που την ιστορία της την ξέρουν οι αναγνώστες του Τήλεφου, δύο απ' αυτούς έχουν μάλιστα συντελέσει ώστε να 'ναι σήμερα, λιγάκι πιο γαλήνια, η μαυροφορεμένη κυρία Άννα, σύζυγος Μπουτάρη - του Τάκη του κουρέα που το παλιό του κουρείο έχει γίνει πολυσύχναστο καφενείο, με την Αννούλα να ψήνει καφέ και να μιλά για την ανάγκη του να μην ξεχνάμε...
Με υπογραφή του αναγνώστη μας κ. Ευάγγελου Δ. Σακελλαρίου, Καλλιδρομίου 68, Αθήνα και ημερομηνία 12 Απριλίου 2002 (όταν ο Τήλεφος ήταν στο αεροπλάνο της επιστροφής από τη Νέα Υόρκη στην Αθήνα) το γράμμα μιλάει για δύο φίλους εκδρομείς που στις αρχές Απριλίου επισκέφθηκαν στη Μακεδονία το χωριό Νυμφαίο, «έναν ίσως από τους καλύτερους παραδοσιακούς οικισμούς της χώρας μας. Το προηγούμενο βράδυ είχε πέσει πολύ χιόνι, το οποίο σε συνδυασμό με την ομίχλη τόνισε τη γοητεία του χωριού», -γράφει ο κ. Ευ. Δ. Σακελλαρίου- H μοναξιά των 25 μονίμων κατοίκων παρουσιαζότανε περισσότερο έντονη με τους εκδρομείς, μαθητές της Θεσσαλονίκης, να παίζουν χιονοπόλεμο. Οι δύο επισκέπτες επιλέγουν το πιο παλιό καφενείο, από τα λίγα ίσως σπίτια που στην παλιά μορφή τους έχει παρέμβει μόνο ο χρόνος και όχι οι πολύ καλές, και με σεβασμό στην παραδοσιακή αρχιτεκτονική, αποκαταστάσεις.
«Εναν καφέ, ένα τσάι». Οι νέοι πελάτες προστέθηκαν στους δύο αλλοδαπούς που κάθονταν με έναν καφέ ανάμεσά τους. Αριστερά στην είσοδο του καφενείου ένας μικρός καθρέφτης και μια παλιά καρέκλα κουρείου με ξύλινο κυκλικό προσκέφαλο, απ' αυτές που η πλάτη ανεβαίνει με χαρακτηριστικούς ήχους. Δίπλα η σανίδα που έμπαινε στα μπράτσα της καρέκλας για το κούρεμα των παιδιών. «Αισθάνθηκα απότομα άνδρας όταν, για πρώτη φορά, κουρεύτηκα χωρίς να με βάλουν στη σανίδα», είπε ο ένας. H καταστηματάρχης «έπιασε» το ενδιαφέρον. «O άντρας μου ο Τάκης, ο ανάπηρος, ήταν κουρέας».
Στο βάθος του μαγαζιού ο άλλος διέκρινε μια κορνίζα με γνώριμο θέμα. Πλησίασε. «Δίπλωμα Εθνικής Αντίστασης… απονέμεται στην Αννα…» «Πώς το πήρατε;». «Είμαι η Αννούλα, η Αννούλα της Κλεισούρας». Συμπτωματικά ο επισκέπτης γνωρίζει και θυμάται καλά την ιστορία της Αννούλας από τη στήλη του «Τήλεφου» της «Καθημερινής», που στο παρελθόν είχε δημοσιεύσει επιστολή αναγνώστη με την ιστορία της και στη συνέχεια κείμενο σχετικό που τόνιζε την μεγάλη αδικία της πολιτείας απέναντι στην Αννούλα.
Φωτοβολίδα στο χρώμα του αίματος
Μαζί με τα «ζεστά» η Αννούλα έφερε κορνιζομένο το κείμενο του «Τήλεφου» και μετά την έκπληξη του επισκέπτη άρχισαν να ξεδιπλώνουν μαζί την ιστορία: 
Απρίλιος 1944. Αντάρτες σκοτώνουν δύο Γερμανούς στρατιώτες στην περιοχή της Κλεισούρας (χωριό, 35 χιλιόμετρα ανατολικά της Καστοριάς). «Και οι Χριστιανοί, δεν μας το είπαν, να φύγουμε να γλιτώσουμε». Οι Γερμανοί καλούν σε βοήθεια με μια κόκκινη φωτοβολίδα που φώτισε τον τόπο και ας ήταν μέρα. H λάμψη της φωτοβολίδας επανέρχεται στη συζήτηση ξανά και ξανά σαν να είναι το τραγικότερο γεγονός της ιστορίας. Σύντομα καταφθάνουν πολλοί Γερμανοί και βγάζουν όλους τους κατοίκους από τα σπίτια τους. H Αννούλα, 6-7 χρονών, είναι στην αγκαλιά της μάνας της. Αντίποινα. Αρχίζουν οι πολυβολισμοί. H μάνα ξεψυχάει επαναλαμβάνοντας: «Τι θα γίνει η Αννούλα μου». H Αννούλα δέχεται σφαίρες στον λαιμό, τα σημάδια υπάρχουν ακόμα, και μια ριπή στο σώμα. Σώζεται από τις «χαριστικές βολές», γιατί έχει καλυφθεί από το σώμα της νεκρής μητέρας της και άλλων εκτελεσθέντων που, όπως λένε, ήταν 300. Αργότερα μία νοσοκόμα ακούει κάτω από τα πτώματα κλάματα. Τελικά η Αννούλα θα σωθεί. H νοσοκόμα θα τη συναντήσει πολλά χρόνια μετά και θα την αναγνωρίσει. H ανάπηρη από την «εκτέλεση» Αννούλα, που δεν έχει κανέναν στον κόσμο, που ζει με λίγους καφέδες και τα τσιγάρα του καφενείου, που δεν είναι δικό της, και μένει σε χώρο που της έχει παραχωρηθεί, δεν πήρε σύνταξη από το κράτος. Γραφειοκρατικές διαδικασίες... προθεσμίες που πέρασαν... Αν σκεφθεί κανείς την «ελαστικότητα» του κράτους σε χιλιάδες άλλες περιπτώσεις... Τραγικό; (αναρωτιέται ο επιστολογράφος Ευ. Δ. Σακελλαρίου, και απαντά:) Χειρότερο. Γελοίο. Αυτή είναι η μία Ελλάδα!

Ταξιδιωτικό έγγραφο του 1793 που εκδόθηκε στο όνομα του Νικόλαου Γεωργίου από την Κλεισούρα


Μετά το αγγλικό κείμενο ακολουθεί η μετάφραση του στα ελληνικά...


TRAVELLING DOCUMENT - PASSPORT, ZEMUN, 1793
German language, Gothic script.
24 x 19.5 cm
ZI 211

The passport was issued in the name of Nikola Georgije from Klisura, a citizen of the Ottoman Empire who departed with his family for Kragujevac after the prescribed stay in the quarantine.
After the Treaty of Sistova (1791), when Belgrade was ceded to Turkey, the Zemun quarantine became the outermost point of the Austrian sanitary cordon towards the adjacent empire. Very strict military surveillance was introduced by a series of regulations. One of them, dated 19 October 1791, states that "no Turkish subject may stay at Zemun without the permission of the military commander: also, no [Turkish subject] may leave the town without the passport of the military commander". 
After he had spent the prescribed period in quarantine and obtained the "personal sanitary certificate", Nikola Georgije had, like so many other Turkish subjects, to undergo an interrogation in the Zemun military command. Only after that, and after he had obtained his passport, was he permitted to resume his journey. 
The length of the prescribed periods of quarantine depended on the current situation. There were three levels: "calm" when there were no reports of the plague; "medium" when the illness appeared at a distance from the frontier; and "dangerous", when the plague was in immediate vicinity. 
According to the 1730 quarantine regulations, the obligatory confinement of the travellers and goods in a "dangerous" period was 52 days. The quarantines were designed and organized in such way that there was room enough for the isolation and accommodation of passengers and for the storage of their goods. The travellers were examined upon arrival by the quarantine doctor, and those who showed any symptoms of illness were sent to the lazaret. If the confined person developed symptoms of "miasma", the reckoning of the obligatory period was to start from the beginning again. The rooms in the quarantine were not comfortable and looked "like stone hovels with two narrow windows, brick-paved floor and a sort of wooden shelf running along two walls; that was, apart from the stove, the only furniture". 
Nikola Georgije's travelling pass was signed by "the commander and local captain" Johann Paul von Mittesser. Mittesser was born in Zemun around 1761. He began his career as an Austrian spy in Serbia and gradually rose to the rank of "the major of the town" at the end of the 18th century. Mittesser, who was assigned to the military intelligence service on the eve of the First Serbian Insurrection, had considerable influence on the events and people in the Belgrade Pashalik, as is attested by a letter of Aleksa Nenadović directed to him. In the year when Karađorđe took Belgrade (1807), Mittesser left Zemun to take the office of the Austrian consul at Travnik.

Παρασκευή 4 Απριλίου 2014

Το Μετέωρο Βήμα της Μακεδονίας: Βλάχοι και Ρουμανική προπαγάνδα - Γιάννης Α. Αναγνώστου


Γιάννης Α. Αναγνώστου
Δρ Ιστορίας Πανεπιστημίου Ιωαννίνων


Οι αρχηγοί των σωμάτων της Ε.Μ.Ε.Ο., βρισκόμενοι στη δύσκολη θέση αντιμετώπισης των αντίστοιχων ελληνικών, απεμπόλησαν το απελευθερωτικό προσωπείο, για το οποίο υποτίθεται ότι είχαν συνταχθεί και προχώρησαν στη σύναψη σχέσεων με τις τουρκικές στρατιωτικές αρχές, μέσω της προδοσίας των ελληνικών ενόπλων σωμάτων, με την παροχή μηνιαίου χρηματικού επιδόματος. Η ελληνική ένοπλη παρουσία όντως δοκιμάστηκε σκληρά, γι αυτό και η ελληνική κυβέρνηση, με διάβημά της, διαμαρτυρήθηκε στις οθωμανικές αρχές. Το θέμα έγινε γνωστό στο σουλτάνο Αβδούλ Χαμίτ Χαν το Β', ο οποίος πείστηκε από το επιχείρημα του διαβήματος -που τόνιζε ότι τα ευρισκόμενα στη Μακεδονία ελληνικά ένοπλα σώματα δεν αποσκοπούσαν να πλήξουν την οθωμανική κυριαρχία του σουλτάνου, αλλά μόνο να αποκρούσουν το βουλγαρικό επεκτατισμό, για να διαβεβαιώσει με τη σειρά του την ελληνική πλευρά ότι συμφωνεί μαζί της, με την προϋπόθεση ότι, μετά την εκκαθάριση της βουλγαρικής παρουσίας στη Μακεδονία, τα ελληνικά ένοπλα σώματα θα επιστρέψουν πάραυτα στην Ελλάδα. [218]
Οι τουρκικές διώξεις σταμάτησαν, στην Ευρώπη, όμως, δημιουργήθηκε έντονο κλίμα δυσφορίας της κοινής γνώμης κατά της Ελλάδας. Η Ε.Μ.Ε.Ο και ειδικότερα η εθνικιστική ηγεσία της Βουλγαρίας, μέσω του δικτύου προπαγανδιστικής ενημέρωσης, πληροφορούσε τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, ότι η Ελλάδα συμμάχησε με τους τούρκους και εναντιώνεται ένοπλα στην απελευθέρωση της Μακεδονίας. Ο ημερήσιος και περιοδικός τύπος της Βουλγαρίας παρουσίαζε την Ελλάδα στο Παρίσι, το Λονδίνο και το Βερολίνο ως το χωροφύλακα της Τουρκίας στη Μακεδονία. [219]

Κατά τη διάρκεια της ένοπλης παρουσίας της Ελλάδας στη Μακεδονία (1904-1908) η περιπλοκότητα και η ιδιομορφία της μετέωρης κατάστασης του Μακεδονικού χώρου δεν εξαντλείται με την Οθωμανική κυριαρχία και τις επεκτατικές διαθέσεις της Βουλγαρίας. Απέναντι στο Βουλγαρικό επεκτατισμό και τις κατά καιρούς διώξεις των τουρκικών στρατιωτικών αποσπασμάτων, η ελληνική πλευρά είχε να αντιμετωπίσει και την ταυτόχρονη δράση των ρουμανιζόντων οργανώσεων, οι οποίες δρούσαν από κοινού με τις αντίστοιχες βουλγαρικές, σε όλη σχεδόν την περιφέρεια της Μακεδονίας. Από το 1855 η Ρουμανία επιχείρησε, με προπαγανδιστικές μέθοδες, να δημιουργήσει, σε γεωγραφικά διαμερίσματα της Μακεδονίας, ζώνες επιρροής διεσπαρμένων βλάχικων πληθυσμών. [220] Οι πληθυσμοί αυτοί ζούσαν, ως ποιμένες, κατά νομάδες ή ήταν συγκεντρωμένοι κατά κοινότητες σε πόλεις της Μακεδονίας, Ηπείρου και Θεσσαλίας. Η πλειονότητα αυτών ζούσε στην περιοχή του Μοναστηρίου και της οροσειράς της Πίνδου και οι ασχοληθέντες μετά το 1860 με την εθνολογική τους καταγωγή, με βάση το ιδιαίτερο γλωσσικό τους ιδίωμα και διάφορες εικασίες, εξαιτίας της ανεπάρκειας ιστορικών δεδομένων, οδηγήθηκαν σε ατεκμηρίωτα συμπεράσματα, τα οποία εκμεταλλεύτηκε η ρουμανική και αυστριακή πολιτική για ίδια πολιτικά συμφέροντα στη Βαλκανική χερσόνησο. [221]
Μέχρι το 1878, που ξέσπασε η Ανατολική κρίση, δεν υπήρξαν δραστηριότητες εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων, τις οποίες συντηρούσε το κέντρο του Βουκουρεστίου. Από το 1885, με την ανακήρυξη της Ρουμανίας σε βασίλειο, η εθνολογική προπαγάνδα [222] απέσπασε τη χρηματική υποστήριξη της Ρουμανικής κυβέρνησης και το ρουμανικό βλάχικο κομιτάτο, προσεταιριζόμενο σημαντικούς παράγοντες του φιλελεύθερου κόμματος, ενέτεινε την πολιτική δραστηριότητα του στη Μακεδονία, στρεφόμενο κατά του Οικουμενικού Πατριαρχείου και των πατριαρχικών ιερέων της Μακεδονίας. Η ρουμανική προπαγάνδα οργανώθηκε μεθοδικότερα, με τη διαδοχή του κόμματος των φιλελευθέρων από αυτό των συντηρητικών, το οποίο διέθεσε μεγάλα χρηματικά ποσά για ίδρυση σχολείων, βίαιο προσηλυτισμό μαθητών και γενικότερες ενέργειες αφύπνισης εθνολογικής βλάχικης συνείδησης. [223] Πολιτικοί λόγοι ωθούσαν την κυβέρνηση του Βουκουρεστίου όχι να ανέχεται, αλλά εμφανώς να στηρίζει πολιτικές μεθοδεύσεις μειονοτικών κινήσεων διαμορφώνοντας στο λαό την πλάνη και το διχασμό και προχωρώντας σε διώξεις των Ελλήνων της Ρουμανίας.