Κυριακή 5 Ιανουαρίου 2014

TO ΒΑΤΙΚΑΝΟ ΚΑΙ TO ΑΝΑΤΟΛΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ


Tου Αποστόλου Παπαδημητρίου

Κατά την αρχή του 19ου αιώνα η Οθωμανική αυτοκρατορία άρχισε να εμφανίζει έντονα σημεία παρακμής. Τα αυστριακά συμφέροντα στην Νότια Βαλκανική από εμπορικά που ήταν ως τότε επεκτάθηκαν και σε πολιτικά: Αγώνας για τη διαδοχή του «μεγάλου ασθενούς», όταν αυτός θα αναγκαζόταν να αποσυρθεί από την ευρωπαϊκή ήπειρο. Βέβαια η Αυστρία δεν ήταν η μόνη που εποφθαλμιούσε εδάφη στην περιοχή, βρισκόταν όμως σε ασύγκριτα πλεονεκτικότερη θέση εκ του ότι συνόρευε με την υπό διάλυση αυτοκρατορία.

Παράλληλα η ίδια περιοχή κίνησε το ενδιαφέρον και του Βατικανού, που ονειρεύτηκε την επικράτησή του σε μια ευρεία περιοχή κατοικούμενη από Σλάβους, Αλβανούς και Βλάχους, με ελληνική συνείδηση στη μεγάλη τους πλειοψηφία οι τελευταίοι. Η αυστροουγγρική αυτοκρατορία θα αποτελούσε την δύναμη εκείνη, μέσω της οποίας θα καρποφορούσαν και τα σχέδια του Βατικανού. Όμως πραγματοποιήθηκαν επαφές και συνεργασίες και με άλλες «ρωμαιοκαθολικές» κυβερνήσεις, της Γαλλίας και, αργότερα, της Ιταλίας, παρά τα πολλά προβλήματα σχέσεων.

Κύριοι αντίπαλοι στην πραγμάτωση των καταχθονίων σχεδίων τους ήσαν το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στο οποίο ανήκαν πνευματικά οι κάτοικοι του χώρου που προαναφέραμε, και ο ελληνισμός, τον δυναμισμό του οποίου τόσο στα γράμματα όσο και στο εμπόριο είχαν διαπιστώσει οι Αυστριακοί εντός της επικρατείας τους. Και ο ελληνισμός του βορρά παρέμεινε αλύτρωτος με τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους. Πρώτος στόχος της Αυστρίας ήταν ο προσεταιρισμός των Βλάχων και των Αλβανών και η εξασθένηση του ελληνικού στοιχείου στα εδάφη που εποφθαλμιούσε. Όλη η ιστορική «φιλολογία» περί της καταγωγής των Βλάχων στην εξυπηρέτηση του στόχου αυτού αποσκοπούσε. Αρκετοί επιστήμονες, θιασώτες του παγγερμανισμού έθεσαν τους εαυτούς τους στην υπηρεσία της προπαγάνδας, η οποία όμως φόρεσε το προσωπείο της ρουμανικής! Βέβαια στην καλοστημένη παγίδα έπεσαν κάποιοι κύκλοι του αναδυομένου ρουμανικού εθνικισμού και τη στήριξαν σε βάρος των ρουμανικών συμφερόντων!

Ιούλιος 1903: Η θυσία του βλαχόφωνου ελληνισμού - Κ. Χολέβα


~ Ιούλιος 1903: Η θυσία του βλαχόφωνου ελληνισμού 
Κ. Χολέβα - Πολιτικού Επιστήμονος



Αλέξανδρος Σβώλος: Ο συνταγματολόγος, Ο Πολιτικός, Ο Οραματιστής - Γ.Κασιμάτης, Γ. Αναστασιάδης


Αλέξανδρος Σβώλος (Κρούσοβο, 1892 - Αθήνα, 1956)
~ Ο συνταγματολόγος, Ο Πολιτικός, Ο Οραματιστής
Επιστημονική επιμέλεια τόμου
Γιώργος Κασιμάτης – Γιώργος Αναστασιάδης


~ Επίσης, διαβάστε: Αλέξανδρος Σβώλος (1892-1956)

Σάββατο 4 Ιανουαρίου 2014

Γεώργιος Σταύρου: ο μεγάλος βλαχόφωνος Ηπειρώτης Ευεργέτης και οικονομολόγος της Νεότερης Ελλάδας


Γεώργιος Σταύρου
Ο Γεώργιος Σταύρου υπήρξε αναμφίβολα η εμβληματικότερη Ελληνική προσωπικότητα στα οικονομικά και δημοσιονομικά για πάνω από το μισό του 19ου Αιώνα. Γεννήθηκε στην Ήπειρο το 1788 και παρακολούθησε με επιτυχία μαθήματα στα περίφημα σχολεία Των Μπαλάνων και του Καπλάνη. Είχε δάσκαλο τον φημισμένο φιλόσοφο Αθανάσιο Ψαλίδα, ενώ γνώριζε να μιλάει και να γράφει Γερμανικά, Γαλλικά και Ισπανικά. Αγαπούσε την μόρφωση, ήταν φιλότεχνος και προφανώς ένας από τους πιο μορφωμένους Έλληνες της εποχής του.

Ο πατέρας του ήταν ο Ιωάννης Σταύρου, σημαντικός και επιτυχημένος έμπορος με εμπορικό γραφείο στην Βιέννη, άνηκε στον κύκλο των εμπόρων (Ζωσιμάδες) που στήριξαν τα Ελληνικά γράμματα και την Ελληνική εκπαίδευση. Βρισκόταν σε στενή επαφή με τον Κοραή ενώ χρηματοδότησε την εκτύπωση βιβλίων αλλά και τον περίφημο "Λόγιο Ερμή". Το 1811 ο ο Ιωάννης Σταύρου παραδίδει το εμπορικό του γραφείο στην Βιέννη στο γιο του. Ο Γεώργιος Σταύρου διοίκησε το εμπορικό γραφείο του πατέρα του για περισσότερο από μια δεκαετία με πολύ μεγάλη επιτυχία. Μυήθηκε στην Φιλική εταιρεία και με το ξέσπασμα της επανάστασης εγκαταλείπει την άνετη και πολυτελή ζωή της Βιέννης και κατεβαίνει το 1824 με περιπετειώδη τρόπο στην επαναστατημένη Ελλάδα μεταφέροντας όπλα και πολεμοφόδια στους επαναστάτες, που είχε αγοράσει με δικά του χρήματα.

Ολυμπιακά


~ Φωτο αριστερά: Αρμάνων Ευεργετών Σύναξις. Πίνακας του ζωγράφου Ιωσήφ Κόττα από την Σελενίτσα Β. Ηπείρου. 
Θεσσαλονίκη 1998. Ιδιωτική Συλλογή 
Από αριστερά προς τα δεξιά: Μιχαήλ Τοσίτσας, Κων/νος Ζάππας, Αχιλλέας Ποστολάκας, Σίμων Σίνας, Γεώργιος Σίνας.
Καθιστοί: Νικόλαος Στουρνάρης, Γεώργιος Αβέρωφ, Γεώργιος Σταύρου, Κων/νoς Μπέλλος, Μιχαήλ Τοσίτσας, Δημήτρης Ποστολάκας, Στέργιος Δούμπας, Ιωάννης (Ζαν) Νίκου. Πίσω όρθιοι: Απόστολος Αρσάκης, Ευάγγελος Ζάππας. 



Γιορτάζουμε μαζί όλοι οι Έλληνες τη δική μας Ολυμπιάδα για την ανασύσταση, της οποίας πρωτοστάτησαν οι Αρμάνοι Ρήγας Φεραίος, Ιωάννης Κωλέττης, Ευάγγελος Ζάππας, Δημήτριος Βικέλας και Γεώργιος Αβέρωφ. Αξίζει να μνημονεύσουμε με σεβασμό τον συμπολεμιστή του Μάρκου Μπότσαρη Ευάγγελο Ζάππα, τον Δημήτριο Βικέλα και τον Γεώργιο Αβέρωφ, πατριώτες με ένθεο ζήλο για την Ελλάδα.

Ευάγγελος Ζάππας

Ο Ευάγγελος Ζάππας γεννήθηκε στο χωριό Λάμποβο, στη Βόρεια Ήπειρο, περιοχή, που γέννησε και πολλούς άλλους εθνικούς ευεργέτες. Ο πατέρας τπυ ήταν έμπορος από τους σημαντικότερους της περιοχής. Το χωριό ανήκε στην επαρχεία Τεπελενίου, πατρίδα του Αλή Πασά. Ολόκληρη η περιοχή βρισκόταν υπό την εξουσία του περιβόητου αυτού σατράπη. Ο Ευαγγέλης σε ηλικία 13 ετών στρατολογήθηκε από τον Αλή και στάλθηκε φρουρός κοντά στα Γιάννενα. Γράμματα δεν είχε μάθει, αλλά τον διέκρινε μεγάλο πάθος για τα όπλα και τις ανδραγαθίες. Αυτά μέχρι τις παραμονές της Επανάστασης, όπου ο νεαρός Ζάππας είχε διακριθεί, σύμφωνα με το Γούδα, για την τόλμη, την ανδρεία του αλλά και για τη νοημοσύνη και τη φιλοτιμία του. Το 1856 προτείνει στο βασιλιά Όθωνα την αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων. Τα πρώτα σχετικά Ολύμπια έγιναν το 1859. Από αυτόν γίνεται και η πρώτη αναμαρμάρωση του Παναθηναϊκού σταδίου, προκειμένου να πραγματοποιούνται κάθε τέσσερα χρόνια τα Ολύμπια, που προικοδοτεί με υπέρογκα ποσά.

Θωρηκτό Αβέρωφ


Θωρηκτό «Γεώργιος Αβέρωφ»

Δέκα χρόνια μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 το Ελληνικό Πολεμικό Ναυτικό διέθετε μια ελάχιστη δύναμη απαρχαιωμένων τορπιλοβόλων και τριών γαλλικών θωρηκτών που είχαν κατασκευασθεί το 1889. Η επιτακτική ανάγκη για τη δημιουργία αξιόμαχου στόλου είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση του στόλου - στα τέλη του 1908 - με τέσσερα καινούρια αγγλικά και τέσσερα γερμανικά αντιτορπιλικά. Σε αυτά επρόκειτο να προστεθεί το Θωρακισμένο-Καταδρομικό «Γ. Αβέρωφ», η Δόξα του Πολεμικού Ναυτικού.

Για την ανανέωση του Στόλου η τότε κυβέρνηση Μαυρομιχάλη είχε απευθυνθεί στα Ναυπηγεία Ορλάντο στο Λιβόρνο της Ιταλίας, όπου εκείνη ακριβώς την εποχή κατασκευαζόταν ένα θωρακισμένο–καταδρομικό το οποίο είχε παραγγελθεί και επρόκειτο να χρησιμοποιηθεί από το Ιταλικό Ναυτικό. Όμως, η ακύρωση της παραγγελίας από τη μεριά των Ιταλών και η άμεση προκαταβολή του 1/3 της συνολικής αξίας του πλοίου επέτρεψαν την απόκτηση του θωρηκτού από την Ελλάδα. Το ποσόν της προκαταβολής προήλθε από τη διαθήκη του Γεωργίου Αβέρωφ και ανήρχετο σε 8.000.000 εκατομμύρια χρυσές δραχμές, ενώ το υπόλοιπο ποσό των 15.650.000 χρυσών δραχμών καλύφθηκε από το Ταμείο Εθνικού Στόλου (Τ.Ε.Σ.). Η  κυβέρνηση  δαπάνησε 23.650.000 δρχ. για την απόκτηση του. Τα 8.000.000 δρχ. προέρχονταν από το 20% της συνολικής κληρονομιάς του Γεωργίου Αβέρωφ, που παραχώρησε με τη διαθήκη του στο Ταμείο Εθνικού Στόλου το 1899 (χρονολογία δημοσίευσης της διαθήκης). Η διαθήκη όριζε ότι το 1/5 της περιουσίας του (20 μερίδια) παραχωρείται για τη ναυπήγηση ισχυρού καταδρομικού πλοίου που θα φέρει το όνομα του και διασκευασμένο κατά τέτοιον τρόπο ώστε να χρησιμεύει ως Εκπαιδευτικό πλοίο Σχολής Ναυτικών Δοκίμων προς την πρακτική και θεωρητική τελειοποίηση αυτών. Το υπόλοιπο ποσό 14.300.000 καλύφθηκε εξ' ολοκλήρου από το Ταμείο Εθνικού Στόλου (Τ.Ε.Σ.). Αξίζει να σημειωθεί ότι και οι Τούρκοι είχαν ενδιαφερθεί για την αγορά του πλοίου. 

Παρασκευή 3 Ιανουαρίου 2014

Οχρίδα


Οχρίδα ή Αχρίδα
Ιδρύθηκε την εποχή του Χαλκού από τον Κάδμο με το όνομα Λυχνίδα ή Λυχνιδός. Πρόκειται για μια από τις αρχαιότερες ελληνικές πόλεις και αποτέλεσε, κατά τους ιστορικούς τη Βόρειο Ακρόπολη του Ελληνισμού. Η σύγχρονη πόλη της Αχρίδας βρίσκεται πάνω στα ερείπια της αρχαίας ελληνικής πόλης Λυχνιδού, που η ίδρυσή της τοποθετείται τον 6ο αιώνα π.χ. Στα βυζαντινά χρόνια τη συνατάμε ως Ιουστινιανή. Το όνομα Οχρίδα εμφανίζεται από το 10ο αιώνα. Η πόλη γίνεται πρωτεύουσα του μεσαιωνικού βουλγαρικού βασιλείου και έδρα της Αρχιεπισκοπής.

Στα μέσα του 19ου αιώνα η Αχρίδα, όπως λέγεται σήμερα, είναι ένα μεγάλο ελληνικό κέντρο. Κάποιες μαρτυρίες που αναδημοσιεύουμε από τον «Άτλαντα της ελληνικής διασποράς» είναι χαρακτηριστικές. Ο Γερμανός Hermann Wendel την ονομάζει “ακρόπολη του ελληνισμού” ενώ ο Ρώσος Victor Grigorovitch, γράφει το 1844: «Δεν κατέστη δυνατόν δι’ εμέ να συναντήσω ούτε έναν στην Αχρίδα, ο οποίος θα ηδύνατο να εννοεί την μεγάλην Σλαβικήν γραφήν.  Αντιθέτως, πολλοί ήσαν εξασκημένοι στην ανάγνωση ελληνικών βιβλίων, από αρχαία χειρόγραφα».

Οι μαρτυρίες περιηγητών δίνουν το πραγματικό στίγμα της πόλη: Ο Constantin Jirecek, Τσέχος καθηγητής της Ιστορίας και υπουργός Παιδείας του βουλγαρικού κράτους, ομολογεί ότι “η Αχρίδα ήταν από τον 12ο αιώνα προμαχώνας του ελληνισμού στη Μακεδονία”.  Ο Γάλλος συγγραφέας Victor Berard, μας πληροφορεί: «Το 1850, οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πολύ πλούσιοι.  Είχαν εις χείρας των ένα μέγα εμπόριον γουναρικών…  Τα βαρύτιμα γουναρικά των Τούρκων, ως επίσης και τα γουναρικά των γυναικών των Χριστιανών και των Εβραίων, σχεδόν όλα προήρχοντο από την Αχρίδα…  Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι ιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες στην ψυχή.  Οι νέοι μετέβαιναν στο Πανεπιστήμιο των Αθηνών.  Ουδείς ωμίλει την βουλγαρικήν».

Αθηνά Τζινίκου – Κακούλη: Οι Δυτικομακεδόνες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα


~ Μια εξαιρετική ομιλία
Αθηνά Τζινίκου - Κακούλη: 
Οι Δυτικομακεδόνες κατά τον Μακεδονικό Αγώνα



Πηγή βίντεο: GREEKTV4E (youtube)

Αρματολοί και Κλέφτες


Στην Ελλάδα, όπως και γενικότερα στην Βαλκανική, οι σουλτάνοι αντιμετώπιζαν το πρόβλημα τής υποταγής, των ορεινών πληθυσμών, πού είχαν αυξηθεί από πρόσφυγες των πεδινών. Αρκετοί ήταν οι ορεινοί κάτοικοι πού αρνούνταν κάθε συμβιβασμό με τούς κατακτητές και εξακολουθούσαν την ανυπότακτη ζωή τους. Ήταν οι ονομαζόμενοι κλέφτες και τα χωριά τους κλεφτοχώρια. Πολλά είναι γνωστά ακόμη ως σήμερα με το όνομα αυτό.

Οι Τούρκοι έποικοι, οι εγκαταστημένοι ιδίως στις εύφορες πεδιάδες τής Θεσσαλίας και Μακεδονίας δεν ήταν δυνατόν να επιβάλουν την τάξη. Ήταν λοιπόν φυσικό ν’ αγανακτούν και να επιδιώκουν να βρουν ένα αποτελεσματικό τρόπο για την φρούρηση τής περιοχής τους. Έτσι ό θεσμός των αρματολικιών φαίνεται ότι προέκυψε κυρίως από την ανάγκη να επιβληθεί ή τάξη και ασφάλεια εκεί όπου οι ορεινοί κάτοικοι με πυρήνες θαρραλέους και ανυπότακτους νέους ή και ληστές είχαν γίνει ο εφιάλτης ιδίως των κατακτητών.
Όπως και στις άλλες χώρες της Βαλκανικής, έτσι και στις ελληνικές, οι σουλτάνοι με την παροχή ορισμένων προνομίων προσπαθούσαν να προσελκύσουν τούς επικίνδυνους ορεινούς πληθυσμούς και να τούς κάνουν φρουρούς των τόπων τους, ιδίως μάλιστα εκείνους πού κατοικούσαν κοντά σε κλεισούρες (δερβένια). Έτσι π.χ. ο σουλτάνος Μεχμέτ Β’ από την εποχή πού είχε καταλάβει την Πελοπόννησο είχε παραχωρήσει στους Δερβενοχωρίτες διάφορα προνόμια με τον όρο να εξασφαλίζουν τις συγκοινωνίες. Τα προνόμια αυτά τα είχαν διατηρήσει ως την ελληνική επανάσταση του 1821. Πολύ νωρίτερα κιόλας ό πατέρας του Μουράτ Β’ είχε αναγκαστεί, να ιδρύσει το αρματολίκι των Αγράφων.

Ο θεσμός των αρματολικιών στις ελληνικές χώρες στην αρχή είχε ασφαλώς κάποια ωφέλιμη για τούς Τούρκους απόδοση• γι’ αυτό με το πέρασμα του χρόνου οι σουλτάνοι δημιούργησαν και άλλα αρματολίκια, αλλά δεν ξέρουμε με ποια σειρά και πότε. Πάντως, σύμφωνα με τις πληροφορίες του Ιακωβάκη Ρίζου Νερουλού, κατά τα τέλη του 15ου αι. ιδρύεται το αρματολίκι του Ολύμπου με αρχηγό τον Καρά Μιχάλη, για τον οποίο δεν γνωρίζουμε τίποτε. Μόνο το επίθετό του Καρά μαρτυρεί πολλά για τις επιδρομές του και για τον φόβο πού προξενούσε στους Τούρκους.

Τα περισσότερα απ’ όσα γνωρίζουμε για την οργάνωση των αρματολικών σωμάτων προέρχονται κυρίως από την προφορική παράδοση, όπως σωζόταν ως τα 1821. Σύμφωνα με την παράδοση, όταν οι ορεινοί κάτοικοι ή οι κλέφτες υποτάσσονταν, οι άνδρες πού θ’ αποτελούσαν την ντόπια φρουρά ονομάζονταν αρματολοί ή τουρκικά μαρτολός και έμπαιναν στην υπηρεσία τής οθωμανικής αυτοκρατορίας. 

Τετάρτη 1 Ιανουαρίου 2014

Όψεις των ελληνο-ρουμανικών πολιτικών σχέσεων (1892-1906): Από την υπόθεση Ζάππα στο ανθελληνικό κίνημα - Ελένη Σταματιάδου


Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης
Φιλοσοφική Σχολή
Τμήμα Ιστορίας & Αρχαιολογίας
Τομέας Ιστορίας Χωρών Χερσονήσου του Αίμου & Τουρκολογίας

Όψεις των ελληνο-ρουμανικών πολιτικών σχέσεων (1892-1906): 
Από την υπόθεση Ζάππα στο ανθελληνικό κίνημα

Ελένη Σταματιάδου




ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΦΙΛΕΛΛΗΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΡΟΥΜΑΝΙΚΟ ΧΩΡΟ


Δυστυχώς μέχρι και σήμερα, η Ρουμανία δεν εγκαταλείπει την άκαρπη προπαγάνδα 
που καταβάλει για τον προσηλυτισμό του 
βλαχόφωνου ελληνισμού και της 
διασποράς του για να κλείσει αυτό το θέμα 
οριστικά. Είναι θλιβερό που η μακραίωνη 
σχέση των δυο λαών (ελληνικού και ρουμανικού) δεν αξιοποιείται κατάλληλα και επισκιάζεται  
από ανόητες μεθοδεύσεις! 
Στους καιρούς μας, ωστόσο, το ζήτημα δεν περιορίζεται μόνο στη ρουμανική προπαγάνδα... 

Στο κείμενο που ακολουθεί μπορεί κανείς να διαπιστώσει ότι  ο ρουμανικός φιλελληνισμός, εδραιωμένος από αιώνες, έχει πολλαπλές πτυχές
και όψεις μια και η παρουσία των Ελλήνων 
στα εδάφη της Ρουμανίας έχει βαθιές ρίζες...

~~~~~~~~


Το ελληνικό Βουκουρέστι

Τη χαρτογράφηση της παρουσίας των Ελλήνων, για περισσότερα από 550 χρόνια, στο χώρο της σημερινής πρωτεύουσας της Ρουμανίας επιχειρεί η πρωτότυπη έκδοση που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Ομόνοια» του Βουκουρεστίου.

«Το δίγλωσσο λεύκωμα, με τίτλο Το Ελληνικό Βουκουρέστι (Bucureştiul grecesc), της Georgeta Filitti αποτελεί αναμφίβολα τίτλο αναφοράς στην αφιερωμένη στον Ελληνισμό της Ρουμανίας βιβλιογραφία, αλλά και απαραίτητο οδηγό για όσους επιθυμούν να εμβαθύνουν στην ιστορία της πόλης που κατοικούν ή επισκέπτονται» δηλώνει στο ΑΠΕ-ΜΠΕ από το Βουκουρέστι η ιδρύτρια της Ομόνοιας, καταξιωμένη νεοελληνίστρια Έλενα Λαζάρ.

Πρόκειται για μια εικονογραφημένη εγκυκλοπαίδεια, η οποία «ανασυνθέτει» τη μοίρα των Ελλήνων που πέρασαν από το Βουκουρέστι και έμειναν εκεί, αλλά και τη συμβολή τους στην ανάπτυξη της πόλης, που είναι ομόφωνα αναγνωρισμένη. Όπως εξηγεί η κ. Λαζάρ, η ιστορία αυτών των Ελλήνων συνδέεται στενά με την ιστορία του Βουκουρεστίου, καθώς πολλοί εξ αυτών εγκαταστάθηκαν οριστικά εκεί και διακρίθηκαν ως λαμπρές προσωπικότητες στη ρουμανική κοινωνία.

«Είναι γνωστό ότι το Βουκουρέστι αποτέλεσε για τους Έλληνες πολυπόθητο προορισμό, που τους προσέφερε πολλαπλές προοπτικές ανάδειξης», σημειώνει η κ. Λαζάρ προσθέτοντας ότι οι Έλληνες είχαν προνομιακή θέση στην κοσμοπολίτικη αυτή πόλη.

Τον ρόλο των Ελλήνων στην οικονομική, πολιτική, κοινωνική, θρησκευτική, επιστημονική, πολιτιστική και καλλιτεχνική ζωή του Βουκουρεστίου αποδεικνύουν πολυάριθμες μαρτυρίες: 2.000 ελληνικά χειρόγραφα που στεγάζει η Βιβλιοθήκη της Ρουμανικής Ακαδημίας και άλλα, ομοίως πολύτιμα, που βρίσκονται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ρουμανίας, αλλά και τα διάφορα μνημεία-εκκλησίες, φιλανθρωπικά ιδρύματα, κτίρια και ανάκτορα, που αντέχουν ακόμα και σήμερα στη συλλογική μνήμη.