![]() |
| Σούρπη 1895 |
Ἀναστάσης Κ. Πηχιών *
Γιὰ πολλὰ θέματα, πού ἀφοροῦν ἄμεσα τὸν Ἑλληνισμό, ὑπάρχει δυστυχῶς σὲ μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, πού χειρίζονται τὰ ἐθνικὰ θέματα, ἂν ὄχι τέλεια ἄγνοια, τουλάχιστον ἐλλειπῆς γνῶσις αὐτῶν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἴτε σὲ ἄγνοια τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου μας, εἴτε σὲ παραπληροφόρηση πολλάκις μάλιστα ἐσκεμένη.
Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ αὐτὰ θέματα ἦταν ἀπὸ πεντηκονταετίας καὶ πλέον τὸ ζήτημα τῆς περιοχῆς τῶν Σκοπίων, τὸ ὁποῖο μόλις πρόσφατα ἀφύπνισε τὸν Ἑλληνισμό, μετὰ τὴν διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας καὶ τὴν ἀνακήρυξη ὡς ἀνεξαρτήτου κράτους τῆς Π.Γ.Δ.Μ. Καὶ τώρα ἀκόμη ὁ πολὺς κόσμος εἶναι ἀπληροφόρητος γιὰ τὸ πραγματικὸ πρόβλημα τῆς ὀνομασίας τῆς Δημοκρατίας αὐτῆς καὶ τὰ παρελκόμενα ζητήματα πού θὰ ἀνακύψουν ἐὰν ὀνομασθεῖ ¨ Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας ¨.
Ἕνα ἄλλο ζήτημα, πού ἀνέκυψε ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ προηγουμένου αἰῶνος, εἶναι τὸ Κουτσοβλαχικό, τὸ ὁποῖο μᾶς δημιούργησε ἀρκετὰ προβλήματα κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος καὶ ἀργότερα κατὰ τὰ χρόνια τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς, ἔχει ἀδρανήσει τὰ τελευταῖα χρόνια λόγω τοῦ ὅτι ἡ Ρουμανία, ἡ ὁποία τὸ δημιούργησε, βρίσκεται σὲ ἀδύναμη πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ θέση ὥστε νὰ προβάλει αἰτήματα στὸ ἐξωτερικό, δὲν ἀποκλείεται ὅμως στὸ μέλλον ¨φίλοι¨ καὶ ἐχθροὶ νὰ τὸ ἀναστήσουν καὶ νὰ θέσουν πρόβλημα βλάχικης μειονότητας στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι δῆθεν οἱ Βλάχοι δὲν εἶναι Ἕλληνες ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρα ἐθνότητα. Γι αυτὸ πρέπει τόσο οἱ χειριζόμενοι τὰ ἐθνικά μας θέματα, ὅσο καὶ ὁ πολὺς λαὸς νὰ γνωρίζει τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἀδελφοί μας Κουτσόβλαχοι ὥστε νὰ ἀντιδροῦν ἄμεσα καὶ ἀποτελεσματικὰ στὶς πιθανὲς δολοπλοκίες τῆς ξένης προπαγάνδας. Δυστυχῶς ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοὶ πού γνωρίζουν πῶς ἔχει ἀκριβῶς τὸ Κουτσοβλαχικό, πῶς δημιουργήθηκε, τὴν ἱστορία του, τὶς φάσεις πού πέρασε καὶ τί προβλήματα μᾶς δημιούργησε. Οἱ πλεῖστοι, ἀκόμη καὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀγνοοῦν παντελῶς τὸ θέμα ἤ εἶναι παραπληροφορημένοι.
Θὰ προσπαθήσω νὰ παρουσιάσω συνοπτικὰ τὸ ὅλο θέμα.
Βλάχοι ἤ Ἀρμάνι, Ἀρμοῦνοι ἤ Ἀρωμουνοι ὅπως οἱ ἴδιοι αὐτοαποκαλοῦνται, εἶναι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῶν διγλώσσων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὁμιλοῦν καὶ λατινογενὲς γλωσσικὸ ἰδίωμα προερχόμενο ἀπὸ τὴν δημώδη λατινικὴ γλώσσα τῆς Ἀνατολῆς, ἐμπλουτισμένο μὲ λέξεις τουρκικές, σλαβικὲς καὶ κυρίως ἑλληνικές.
Βλάχοι ἐπίσης ἦταν ὅλοι οἱ ὑπήκοοι τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀπὸ τὴν Βρετανία μέχρι τοῦ Βοσπόρου, ὁπού διαπιστώνεται χρῆσις Ρωμανικῆς ( λατινογενοῦς ) γλώσσας, ὅπως τῶν Οὐαλλῶν στὴν Βρεταννία, τῶν Βαλλόνων στὸ Βέλγιο, τῶν Δάκων καὶ Γετῶν στὴν Δακία ( νῦν Ρουμανία ), σὲ μιὰ περιοχὴ τῆς Ἐλβετίας τὴν Βαλαισία ( γάλλ. Vallais ), ὄπου ὁμιλεῖται μιὰ Ρωμανικὴ διάλεκτος, καὶ τῶν Βλάχων τῆς πρώην Γιουγκοσλαβίας, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται Τσιντσάροι.










