Δευτέρα 10 Οκτωβρίου 2016

Αρωμούνοι - Βλάχοι


Σούρπη 1895
Ἀναστάσης Κ. Πηχιών *

Γιὰ πολλὰ θέματα, πού ἀφοροῦν ἄμεσα τὸν Ἑλληνισμό, ὑπάρχει δυστυχῶς σὲ μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ τῆς χώρας, ἀλλὰ καὶ σὲ πολλοὺς ἀπὸ τοὺς ἁρμοδίους, πού χειρίζονται τὰ ἐθνικὰ θέματα, ἂν ὄχι τέλεια ἄγνοια, τουλάχιστον ἐλλειπῆς γνῶσις αὐτῶν, ἡ ὁποία ὀφείλεται εἴτε σὲ ἄγνοια τῆς ἱστορίας τοῦ τόπου μας, εἴτε σὲ παραπληροφόρηση πολλάκις μάλιστα ἐσκεμένη. 
Ἕνα ἀπὸ τὰ ἐθνικὰ αὐτὰ θέματα ἦταν ἀπὸ πεντηκονταετίας καὶ πλέον τὸ ζήτημα τῆς περιοχῆς τῶν Σκοπίων, τὸ ὁποῖο μόλις πρόσφατα ἀφύπνισε τὸν Ἑλληνισμό, μετὰ τὴν διάλυση τῆς Γιουγκοσλαβίας καὶ τὴν ἀνακήρυξη ὡς ἀνεξαρτήτου κράτους τῆς Π.Γ.Δ.Μ. Καὶ τώρα ἀκόμη ὁ πολὺς κόσμος εἶναι ἀπληροφόρητος γιὰ τὸ πραγματικὸ πρόβλημα τῆς ὀνομασίας τῆς Δημοκρατίας αὐτῆς καὶ τὰ παρελκόμενα ζητήματα πού θὰ ἀνακύψουν ἐὰν ὀνομασθεῖ ¨ Δημοκρατία τῆς Μακεδονίας ¨.
Ἕνα ἄλλο ζήτημα, πού ἀνέκυψε ἐκ τοῦ μηδενὸς ἀπὸ τὰ μέσα τοῦ προηγουμένου αἰῶνος, εἶναι τὸ Κουτσοβλαχικό, τὸ ὁποῖο μᾶς δημιούργησε ἀρκετὰ προβλήματα κατὰ τὴν διάρκεια τοῦ Μακεδονικοῦ Ἀγῶνος καὶ ἀργότερα κατὰ τὰ χρόνια τῆς Ἰταλικῆς κατοχῆς, ἔχει ἀδρανήσει τὰ τελευταῖα χρόνια λόγω τοῦ ὅτι ἡ Ρουμανία, ἡ ὁποία τὸ δημιούργησε, βρίσκεται σὲ ἀδύναμη πολιτικὴ καὶ οἰκονομικὴ θέση ὥστε νὰ προβάλει αἰτήματα στὸ ἐξωτερικό, δὲν ἀποκλείεται ὅμως στὸ μέλλον ¨φίλοι¨ καὶ ἐχθροὶ νὰ τὸ ἀναστήσουν καὶ νὰ θέσουν πρόβλημα βλάχικης μειονότητας στὸν Ἑλληνικὸ χῶρο, μὲ τὸν ἰσχυρισμὸ ὅτι δῆθεν οἱ Βλάχοι δὲν εἶναι Ἕλληνες ἀλλὰ ἀποτελοῦν ἰδιαιτέρα ἐθνότητα. Γι αυτὸ πρέπει τόσο οἱ χειριζόμενοι τὰ ἐθνικά μας θέματα, ὅσο καὶ ὁ πολὺς λαὸς νὰ γνωρίζει τί ἀκριβῶς εἶναι οἱ ἀδελφοί μας Κουτσόβλαχοι ὥστε νὰ ἀντιδροῦν ἄμεσα καὶ ἀποτελεσματικὰ στὶς πιθανὲς δολοπλοκίες τῆς ξένης προπαγάνδας. Δυστυχῶς ἐλάχιστοι εἶναι αὐτοὶ πού γνωρίζουν πῶς ἔχει ἀκριβῶς τὸ Κουτσοβλαχικό, πῶς δημιουργήθηκε, τὴν ἱστορία του, τὶς φάσεις πού πέρασε καὶ τί προβλήματα μᾶς δημιούργησε. Οἱ πλεῖστοι, ἀκόμη καὶ μορφωμένοι ἄνθρωποι, ἀγνοοῦν παντελῶς τὸ θέμα ἤ εἶναι παραπληροφορημένοι. 
Θὰ προσπαθήσω νὰ παρουσιάσω συνοπτικὰ τὸ ὅλο θέμα.

Βλάχοι ἤ Ἀρμάνι, Ἀρμοῦνοι ἤ Ἀρωμουνοι ὅπως οἱ ἴδιοι αὐτοαποκαλοῦνται, εἶναι τὸ τμῆμα ἐκεῖνο τῶν διγλώσσων Ἑλλήνων, οἱ ὁποῖοι ἐκτὸς ἀπὸ τὴν Ἑλληνικὴ γλῶσσα ὁμιλοῦν καὶ λατινογενὲς γλωσσικὸ ἰδίωμα προερχόμενο ἀπὸ τὴν δημώδη λατινικὴ γλώσσα τῆς Ἀνατολῆς, ἐμπλουτισμένο μὲ λέξεις τουρκικές, σλαβικὲς καὶ κυρίως ἑλληνικές. 
Βλάχοι ἐπίσης ἦταν ὅλοι οἱ ὑπήκοοι τῆς Ρωμαϊκῆς αὐτοκρατορίας, ἀπὸ τὴν Βρετανία μέχρι τοῦ Βοσπόρου, ὁπού διαπιστώνεται χρῆσις Ρωμανικῆς ( λατινογενοῦς ) γλώσσας, ὅπως τῶν Οὐαλλῶν στὴν Βρεταννία, τῶν Βαλλόνων στὸ Βέλγιο, τῶν Δάκων καὶ Γετῶν στὴν Δακία ( νῦν Ρουμανία ), σὲ μιὰ περιοχὴ τῆς Ἐλβετίας τὴν Βαλαισία ( γάλλ. Vallais ), ὄπου ὁμιλεῖται μιὰ Ρωμανικὴ διάλεκτος, καὶ τῶν Βλάχων τῆς πρώην Γιουγκοσλαβίας, οἱ ὁποῖοι καλοῦνται Τσιντσάροι.

Σάββατο 8 Οκτωβρίου 2016

Πήραμε τα βουνά με δύο τροχούς


~ Φωτο: Ο ποταμός Αώος διατρέχει το χωριό Βοβούσα Ιωαννίνων και αποτελεί ιδανική διαδρομή ράφτινγκ.

Σάκης Ιωαννίδης

Υπάρχει κάτι το απόκοσμο, κάτι το μη γήινο, όταν κοιτάς από χαμηλά τους πελώριους βράχους των Μετεώρων. Το σκούρο χρώμα τους μάθαμε ότι οφείλεται στον ψαμμίτη. Ενα πορώδες υλικό, φτιαγμένο από κόκκους άμμου, που συναντάται εκεί όπου κάποτε υπήρχαν θάλασσες, αφού έχει τη μοναδική ιδιότητα να συγκρατεί μεγάλες ποσότητες υγρών. Και η σχέση του με το Διάστημα μόνο σαθρή δεν είναι. Ο Αρχιμήδης στον Ψαμμίτη του («Αμμου Καταμέτρης») επιχειρεί να μετρήσει το μέγεθος του σύμπαντος, υπολογίζοντας τους κόκκους της άμμου που απαιτούνται για να γεμίσει το σύμπαν.

Ετσι μπορούσαμε μόνο να φανταστούμε πώς θα έμοιαζαν τα Μετέωρα και η Καλαμπάκα εκατομμύρια χρόνια προτού φτάσουμε εκεί για να ξεκινήσουμε ένα ορεινό δίτροχο road trip στα Ζαγοροχώρια με κατάληξη την πανέμορφη Βοβούσα στην κοιλάδα του ποταμού Αώου. Περάσαμε τη νύχτα στο Μέτσοβο, διαπιστώνοντας πόσο αδικούνται οι προορισμοί που έχουν ταυτιστεί μόνο με τους χειμερινούς μήνες και είδαμε ένα χωριό που σφύζει από ζωή σε προσιτές τιμές.

Το επόμενο πρωινό έπειτα από μια στάση για ανεφοδιασμό στο γραφικό χωριό Μηλιά -αναζητήστε το μικρό παντοπωλείο που είναι «κρυμμένο» σε ένα από τα σπίτια του χωριού- κατευθυνθήκαμε προς το βλάχικο χωριό Περιβόλι.

Ακολουθώντας τους δασικούς δρόμους των υλοτόμων γνωρίσαμε για λίγο την άγρια ομορφιά της Βάλια Κάλντα, της λεγόμενης «Ζεστής Κοιλάδας». Ο ήλιος χανόταν ανάμεσα στους πελώριους κορμούς της μαύρης πεύκης, τις οξιές και τα ρόμπολα και το βουνό ασκούσε πάνω μας τη μυστηριακή του γοητεία. Ο βαθμός δυσκολίας ανέβαινε κάθε φορά που συναντούσαμε μια νέα κατολίσθηση -ίσως να ρωτήσετε τους ντόπιους για την κατάσταση των δρόμων πριν ξεκινήσετε- αλλά ολοκληρώσαμε αισίως τη διαδρομή.

Στα πιο γνωστά και καλοδιατηρημένα τοξωτά γεφύρια της περιοχής συγκαταλέγεται και αυτό της Πορτίτσας στο χωριό Σπήλαιο. Ο ποταμός Βενέτικος κυλάει κάτω από το γεφύρι και τους θερινούς μήνες που πέφτει η στάθμη μπορείτε να διασχίσετε το πανύψηλο φαράγγι και να δροσιστείτε στα νερά του. Υστερα από μια βουτιά και γλυκό σύκο στην ταβέρνα του χωριού, κάναμε τον χωμάτινο γύρο του βουνού Ορλιακας -μια βατή και ωραία διαδρομή- και στάση στην Αετοφωλιά για απογευματινό καφέ με θέα τις πλαγιές της Πίνδου. Επειτα φουλάρισμα στους Μαυραναίους, από τα ελάχιστα πρατήρια βενζίνης που θα συναντήσετε στην περιοχή και διανυκτέρευση στο Περιβόλι.

Το καταφύγιο του Σμόλικα δεν ηλεκτροδοτείται. Στα δωμάτιά του διανυκτερεύουν ξυλοκόποι και εκδρομείς και για λίγο γαληνεύεις παρέα με τα αστέρια και με ένα ζεστό ρόφημα. Περνώντας από τους φιδογυριστούς δρόμους που ενώνουν τα χωριά Σμίξη, Δίστρατο, Αρματα, Πάδες καταλήξαμε στο Παλαιοσέλι και από εκεί στο ορεινό καταφύγιο. Την επομένη η πεζοπορία μέχρι τη Δρακόλιμνη μας πήρε περίπου δύο ώρες ανάβασης σε ανηφορικό μονοπάτι, αλλά το δροσερό αλπικό νερό και η θέα μάς αποζημίωσαν. Λαμβάνοντας συμβουλές για το πώς θα αποφύγουμε αρκούδες και λύκους στα βουνά από έναν πεζοπόρο που διανυκτέρευσε εκεί κατεβήκαμε και συνεχίσαμε τη διαδρομή μας προς Κόνιτσα και έπειτα Ιωάννινα.

Παρασκευή 7 Οκτωβρίου 2016

Από την Πίνδο στα δίκτυα της διεθνούς κατασκοπείας


~ Φωτο: Νεαροί Βλάχοι από την Πίνδο χαιρετούν φασιστικά στην μεγαλειώδη κηδεία δυο μελών της «Σιδηράς Φρουράς» που έπεσαν στον ισπανικό Εμφύλιο. Βουκουρέστι, Φεβρουάριος 1937. (Πηγή: Εθνικά Αρχεία Ρουμανίας)

Το κεφάλαιο του δωσιλογισμού κατά την διάρκεια της Κατοχής στη Ελλάδα αποτελεί ακόμη και σήμερα, ένα από τα ελλιπώς μελετημένα ιστορικά θέματα της νεότερης ιστορίας μας. Ειδικότερα στις τοπικές κοινωνίες ένα πέπλο σιωπής κάλυπτε μέχρι πρόσφατα διάφορες βιογραφίες, όταν συγγενικοί, κοινωνικοί ή και πολιτικοί δεσμοί δεν επέτρεπαν την ενασχόληση με αυτά τα ζητήματα. Μόλις τα τελευταία 20 χρόνια, με το άνοιγμα διαφόρων σημαντικών ιστορικών κρατικών αρχείων (ανατολικών και δυτικών χωρών) και με την βοήθεια της ψηφιοποίησης και των νέων δυνατοτήτων πρόσβασης μέσω του διαδικτύου, έχουν έρθει στην επιφάνεια άγνωστα μέχρι σήμερα στοιχεία από διάφορες ταραχώδεις περιόδους της σύγχρονης ιστορίας μας. 

Στο ηλεκτρονικό αρχείο της περιβόητης CIA των ΗΠΑ, βρήκα τυχαία μια σειρά ηλεκτρονικών ντοκουμέντων, από αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της υπηρεσίας αυτής, που περιγράφουν την ασύλληπτη πορεία ενός δωσίλογου στην κατοχική Ελλάδα, ο οποίος αργότερα εξελίχτηκε σε έναν σημαντικό πράκτορα διαφόρων μυστικών υπηρεσιών. Επειδή ο σκοπός αυτού του άρθρου δεν είναι ο στιγματισμός των πιθανών απογόνων ή άλλων συγγενικών προσώπων του εν λόγω ατόμου, παρά μόνον η ιστορική κατανόηση μιας δύσκολης και δραματικής εποχής για τη χώρα μας, θα αναφερθούν εδώ, για ευνόητους λόγους, μόνον τα αρχικά του ονόματός του. Πρόκειται λοιπόν για τον Γ.Μ., του οποίου η βιογραφία, όπως θα φανεί στη συνέχεια, είναι συνυφασμένη με το σκοτεινό κεφάλαιο του λεγόμενου «μειονοτικού δωσιλογισμού» στη χώρα μας και της μεταπολεμικής του εξέλιξης.

Τα προπολεμικά χρόνια

Ο Γ.Μ. γεννήθηκε το 1914 στο Δίστρατο (ή Μπριάζα) και η οικογένειά του ανήκε στους λεγόμενους «ρουμανίζοντες», σε εκείνη δηλαδή την αναλογικά μικρή μερίδα Βλάχων της Πίνδου, που για διάφορους λόγους (πολιτικούς, πολιτισμικούς ή ακόμη και ιδιοτέλειας και οπορτουνισμού) είχαν ρουμάνικη εθνική συνείδηση. Ο Γ.Μ. μαθήτευσε στο ρουμανικό δημοτικό σχολείο του χωριού του, στη συνέχεια στο αντίστοιχο ρουμανικό γυμνάσιο στα Γιάννενα και μετά στο ρουμανικό λύκειο των Γρεβενών. Ακολούθως μετέβη στην Ρουμανία, όπου σπούδασε στην παιδαγωγική ακαδημία της πόλης Κλουζ.

Στη συνέχεια, και ως ρουμάνος υπήκοος πλέον από το 1934, επέστρεψε στο Δίστρατο, για να διδάξει έως το 1937 στο δημοτικό σχολείο της ιδιαίτερης πατρίδας του, και την επόμενη χρονιά 1937/38 στο ρουμανικό σχολείο της Έδεσσας. Στο διάστημα αυτό, - όπως αναφέρεται σε σχετικό έγγραφο – επισκέφτηκε ξανά δυο φορές το Βουκουρέστι για να εκπαιδευτεί για έξι συνολικά μήνες σε θέματα πολιτικής και στρατιωτικής κατασκοπείας, στις κεντρικές υπηρεσίες της ρουμάνικης πρωτεύουσας.

Το 1938 ο Γ.Μ. προήχθη σε επιθεωρητή των ρουμανικών σχολείων στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου και παρέμεινε μέχρι την αποχώρηση των Γερμανών από την Ελλάδα. Από τη θέση αυτή και μέχρι το 1942 δρούσε παράλληλα ως πολιτικός σύμβουλος του ρουμανικού υπουργείου των εξωτερικών με αντικείμενο την πληροφόρηση της ρουμανικής κυβέρνησης για όλες τις κινήσεις της ελληνικής κυβέρνησης ενάντια στις δραστηριότητες της ρουμανικής πολιτικής για τους Βλάχους στην ελληνική επικράτεια. Την δραστηριότητα αυτή - όπως αναφέρεται σε ένα από τα έγγραφα - την είχε αναλάβει μετά από ιδιαίτερες συστάσεις ενός «Μακεδονικού Κομιτάτου» στο Βουκουρέστι, στο οποίο μάλιστα υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά του μέλη.

Αν και περί αυτού δεν υπάρχουν περισσότερα στοιχεία μέσα στα ντοκουμέντα, πιθανόν πρόκειται εδώ για μια οργάνωση νεολαίων Βλάχων των Βαλκανίων που ζούσαν τότε στη Ρουμανία. Η οργάνωση αυτή ήταν ενταγμένη στην λεγόμενη «Σιδηρά Φρουρά» (Garda de Fier), δηλαδή στο φασιστικό κόμμα των «Λεγεωνάριων» του Κορνέλιου Ζέλεα Κοντρεάνου. Επικεφαλής αυτού του βλάχικου «Κομιτάτου» ήταν ένα από τα επιφανέστερα στελέχη του κόμματος, με καταγωγή από το Σέλι της Βέροιας, στενός συνεργάτης και έμπιστος του Κοντρεάνου και αργότερα, το 1940, γενικός γραμματέας για ένα διάστημα στο ρουμάνικο υπουργείο οικονομικών.

Τετάρτη 5 Οκτωβρίου 2016

Τα «Στυλίδεια» Σχολεία του Μεγαρόβου Πελαγονίας


Αρχιμ. Ειρηναίος Χατζηεφραιμίδης

Το Μεγάροβο (εκ του μέγας+ρους) βρίσκεται επτά χιλιόμετρα δυτικά του Μοναστηρίου. Πρόκειται για χωριό, με ανεκτίμητη προσφορά στον πολιτισμό και στα γράμματα. Στα χρόνια της οθωμανοκρατίας, οι ηρωικοί κάτοικοί του[1], χάρη στις δικές τους θυσίες και στις ευεργεσίες των αποδήμων συμπατριωτών, οργάνωσαν την παιδεία κατά τρόπο υποδειγματικό, ώστε τα σχολεία του Μεγαρόβου να αποτελούν, λήγοντος του 19ου αι., φάρο που φώτιζε τις πέριξ περιοχές. 
Μία πτυχή της προσφοράς των υπόδουλων Μεγαροβιτών στα ελληνικά γράμματα θα παρουσιασθεί σε αυτή την εισήγηση, βασισμένη σε ανέκδοτες και άγνωστες επιστολές. Θα παρουσιάσουμε τα «Στυλίδεια» σχολεία, ήτοι το Παρθεναγωγείο και το Νηπιαγωγείο Μεγαρόβου, τα οποία έφεραν το όνομα του μεγάλου ευεργέτη Στεργίου Στυλίδη, ο οποίος χάρη των σχολείων θυσίασε «αφειδώς τους πολυετείς ιδρώτας» του.
Η ιστορία του «Στυλιδείου Παρθεναγωγείου» αρχίζει με μία επιστολή του Στεργίου Στυλίδη, μετανάστη, εμπορευόμενου στο Βουκουρέστι, στις 16 Μαρτίου 1893. Σε αυτή την επιστολή, απευθυνόμενη προς τον εκπρόσωπό του Μιχαήλ Δανάμπαση, στα Βιτώλια, ο πάσχων στους οφθαλμούς Στέργιος Στυλίδης τον παρακαλεί να ειδοποιήσει την εφορεία των ελληνικών εκπαιδευτηρίων Μεγαρόβου αν εγκρίνουν την αγορά της οικίας του Διαμαντή Στερ. Πέτρου, προκειμένου να χρησιμεύσει ως Παρθεναγωγείο και κατοικία των διδασκαλισσών. Σε περίπτωση που το εγκρίνουν, αμέσως θα εμβάσει διακόσιες πενήντα λίρες Τουρκίας για την αγορά και πενήντα λίρες για τη μετατροπή της οικίας. ΄Εχει δε την πρόθεση να αναλάβει και τη συντήρηση του Παρθεναγωγείου από το ερχόμενο σχολικό έτος.
Σε απάντηση της παραπάνω επιστολής, η εφορεία αναγγέλλει στον Στέργιο Στυλίδη το διορισμό της «εις το βαρύ και λεπτοφυές υπούργημα» της εφορείας και την παραλαβή της επιστολής του, μέσω του αντιπροσώπου του. ΄Οσο δε αφορά στο θέμα της επιστολής του, θα συνεργασθούν με τον εν λόγω αντιπρόσωπο, με την προσήκουσα σοβαρότητα, όπως συνεργάσθηκαν μέχρι τούδε.
Επειδή, όμως, δεν έληξε αισίως το θέμα της αγοράς της ως άνω μνημονευόμενης οικίας, ο Στέργιος Στυλίδης, σε επιστολή του της 5ης Μαΐου 1893 προς τον Μιχαήλ Δανάμπαση, επανέρχεται, μεταβάλλοντας την αρχική σκέψη του. Πρώτα, διαμαρτύρεται, διότι ο Μιχαήλ Δανάμπασης υποψιάζεται ότι ο ευεργέτης δεν τον εμπιστεύεται. Δεύτερο, δηλώνει ότι μεταβάλλει την απόφασή του για την αγορά της οικίας. Προς στιγμήν είχε αποφασίσει να την αγοράσει για τον εαυτό του και απλώς επιθυμούσε να μάθει εάν στην τιμή των διακοσίων πενήντα λιρών συμπεριλαμβάνονταν και τα λιβάδια. Όμως, φοβάται μήπως δώσει στους εχθρούς του αφορμή να δημιουργήσουν σκάνδαλο, διότι με την ανέγερση του Παρθεναγωγείου θα θελήσουν να λάβουν στην κατοχή τους το κτήριο, το οποίο θα χρησιμεύσει ως Παρθεναγωγείο. Επιθυμεί να έλθει αρωγός στις χρηματικές ανάγκες της πατρίδος του και τον παρακαλεί να κοινοποιήσει στη σχολική εφορεία του Μεγαρόβου[2] ότι από το επόμενο έτος 1894 αναλαμβάνει τη συντήρηση και του Παρθεναγωγείου. Γι’ αυτό το λόγο θα ήταν καλό να του αποστείλει η εφορεία τον προϋπολογισμό εξόδων του Παρθεναγωγείου του τρέχοντος σχολικού έτους 1892-1893. Επιθυμεί δε να φαίνονται, κατά το δυνατό λεπτομερέστερα, οι γενόμενες δαπάνες για τη συντή­ρηση του Παρθεναγωγείου, ακόμη και οι ελάχιστες, αλλά και οι βελτιώσεις που μπορούν να ενισχυθούν χωρίς μεγάλες θυσίες. Κατ’ αυτό τον τρόπο θα είναι σε θέση να ορίσει αμέσως το ποσόν της επιχορήγησης.
Η σχολική εφορεία του Μεγαρόβου απάντησε, στις 20 Μαΐου, ότι η προηγούμενη εφορεία, σε απολογιστική έκθεσή της περί όλων των σχολείων, είχε καταχωρίσει στα έξοδα του Παρθεναγωγείου εξήντα πέντε τουρκικές λίρες. Με την εγνωσμένη πρόθεση του Στεργίου Στυλίδη να αναλάβει τη συντήρησή του, αναζωπυρώθηκαν οι χρηστές ελπίδες της, τουλάχιστον για το Παρθεναγωγείο, να «εξαχθή εκ της αυχμηράς καταστάσεως», στην οποία περιήλθε λόγω χρεών, και αποφάσισε ότι χρειάζεται πλέον να περατωθούν οι ελλείψεις και να «ενισχυθώσιν αι προσήκουσαι βελτιώσεις».

Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2016

Παλαιομανιώτισσα Ριμένα


Γυναίκα της Παλαιομάνινας
Τα παιδικά μου χρόνια τα έζησα σε ένα σπίτι, στο οποίο συγκατοικούσαμε έξι γυναίκες, δηλαδή οι τρεις αδελφές μου, η μητέρα μου και η γιαγιά μας, η μάια. Υπήρχε φυσικά και ο πατέρας ο οποίος όμως, αφού δούλεψε μακριά μας επτά χρόνια στην Γερμανία, όταν γύρισε ασχολήθηκε κυρίως με εξωτερικές δουλειές στα χωράφια. Έβλεπα τον ίσκιο του συνέχεια και παντού αλλά τον ίδιο σπανιότερα. Στο σπίτι μας επίσης πολύ τακτικά είχαμε επισκέψεις από την αδελφή της μητέρας μου την Τέτα, και τις δυο της κόρες. Έτσι πολύ συχνά μαζευόμασταν όλες μαζί γύρω από την μητριαρχική φιγούρα της μάιας, είτε στην αυλή το καλοκαίρι είτε στο τζάκι το χειμώνα, κάνοντας τις περισσότερες παιδικές μου αναμνήσεις να είναι συνυφασμένες έντονα με τη γυναικεία παρουσία στις δεκαετίες κυρίως του '70 και '80, ως παιδί και ως έφηβη.
Σε αυτές τις μνήμες σημαντικό ρόλο παίζουν θυμάμαι οι συνάξεις των γυναικών, συνήθως τις Κυριακές το απόγευμα (ημέρα υποχρεωτικής θρησκευτικής αργίας) με τα σκαμνάκια μας στις αυλές με τα γεράνια και τους βασιλικούς ανάμεσα στις αυτοσχέδιες τενεκεδένιες και ασβεστωμένες γλάστρες. Κάθε φορά μπορεί να ήταν διαφορετικές αυλές, αλλά τα πρόσωπα ίδια, με πρωταγωνιστικό ρόλο να παίζουν οι γιαγιάδες με καλό αφηγηματικό λόγο, που γνώριζαν ιστορίες ανθρώπων και παλιά «αμαρτήματα» από γενιές πίσω, σαν διηγήσεις βιβλίων, τα δικά μας παραμύθια. Αυτές οι ηλικιωμένες γυναίκες είχαν και άλλους ρόλους. Μπορεί να μην ακολουθούσαν στα χωράφια τους γιους ή τις νύφες, όμως μαγείρευαν, κρατούσαν τα μωρά, τα παιδιά των παιδιών του όταν αναγκάζονταν να γίνουν μετανάστες στη Γερμανία και φυσικά είχαν επιφορτιστεί με το δασκάλεμά τους. «Ντρόμι σώμα ντρόμι μίντια / κοιμάται το σώμα κοιμάται και το μυαλό» φώναζε η ηλικιωμένη γειτόνισσα κάτω από το παράθυρό μου που είχε επιφορτιστεί με το ξύπνημα όλης της οικογένειας. 
Είχα λοιπόν την τύχη ως μικρότερη (νίκα) στην οικογένεια, να ακούω συχνά τη φράση «σαν πολλές δεν ήμαστε βγες καμιά βόλτα» που με στελνε στα σοκάκια του χωριού ή ακόμα καλύτερα μακριά από τις δουλειές των χωραφιών. Και όταν με παίρνανε που και που στην αγορά του Αγρινίου η μάνα μου δήλωνε με συγκατάβαση σε όποιον τη ρωτούσε για την οικογένειά της «αχ να ζήσεις, δεν μου έδωσε ο Θεός παιδιά, ας είναι, έχω όμως τέσσερα κορίτσια!». Αν και απείχε φυσικά από τη ψύχωση της «Φραγκογιαννούς» είχε όμως την πεποίθηση ότι ήταν άτυχη γιατί απέτυχε να γίνει «αγορομάνα». Προσωπικά ως παιδί δεν με ένοιαζε γιατί μου αρκούσε, που όταν γύριζε κατάκοπη από τα χωράφια με αναζητούσε για να με πάρει αγκαλιά, να με προλάβει δηλαδή πριν με πάρει ο ύπνος. Ήμουν στα αλήθεια τυχερή καθώς ήμουν και η μικρότερη και το κυριότερο, χωρίς αδελφό για να αποσπά ανισομερώς της αγάπη της. 
Ανασύρω μνήμες ποτισμένες με την αγωνία της μάνας μου μεταξύ του μαζέματος καπνού, βαμβακιού στο Βάλτο, ελιάς και σπιτικών δουλειών, της φροντίδας του κατάκοιτου παππού μας, να παίρνει 2-3 ασπιρίνες την ημέρα. Έτσι προλάβαινε επιπλέον στην ταράτσα του σπιτιού μας να υφάνει στον αργαλειό λίγα εκατοστά από το φύλλο της 5η 6ης 12ης ούτε που κράτησα λογαριασμό, φλοκάτης και τη μάια να τη συνοδεύει γνέθοντας ή ξαίνοντας μαλλί. Και όταν ερχόταν ο χειμώνας με λίγα κάρβουνα στο φαράσι για τα ξυλιασμένα πόδια, να προλάβει μήπως και έρθουν οι γαμπροί νωρίς και βρουν οι πεθερές τα κορίτσια της χωρίς προικιά, κλέβοντας έτσι ώρες ολόκληρες από την ξεκούραση. Για γράμματα ούτε που το φανταζόταν καθώς σήμαινε έξοδα και φασαρίες ενώ το σπίτι ήθελε χέρια και βοήθεια. Άλλωστε τα κορίτσια που έφευγαν από το σπίτι τους από μικρές ξελογιάζονταν και «ντρόπιαζαν» τα σπίτια τους εάν δεν είχαν έναν αδελφό να τις προσέχει.

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2016

Επιτύμβια επιγράμματα του Α’ κοιμητηρίου της ελληνικής κοινότητος Αλεξάνδρειας


Α' Κοιμητήριο της Ελληνικής
Κοινότητος Αλεξάνδρειας
Ο Μωχάμεντ Άλι ''είχε παραχωρήσει εις τους ορθόδοξους Έλληνας μικρόν νεκροταφείον, το οποίον μέχρι του 1853 ελειτούργη ελλιπώς, και ευρίσκετο εντελώς παρημελημένον. Το 1853 παρελήφθη υπό της Κοινότητος, ήτις το επεξέτεινε διά προσθήκης γής 12.200 πήχεων''.

Ορισμένα επιτύμβια επιγράμματα του Α’ κοιμητηρίου της ελληνικής κοινότητος Αλεξάνδρειας:

1. Άριστε Μιχαήλε Ομηρόλη, το σώμα σου είναι φυλακισμένο σ’ ένα ζοφερό τάφο. Η ψυχή σου πέταξε στον ουρανό, το όνομα σου όμως ζει σ’ όλόκληρη την ξακουσμένη χώρα που την αρδεύει ο Νείλος. Εκεί απέκτησες πλούτο ασκώντας με σύνεση το εμπόριο. Η πατρίδα σου, το Ανδρονίκιο, ο δήμος της Καππαδοκίας με τα ωραία οικοδομήματα, δε θα σε ξεχάσει ποτέ. 

2. Αυτός ο τάφος εκάλυψε τον Αβράμιο τον πολύκλαυστο. Όχι τον άρχοντα της σοφίας και το καύχημα της Χάλκης. Αλλά τον ανιψιό του, τον καλό, που ήταν όμοιος μ’ εκείνον στα προσόντα, πάνω στον ανθό της νιότης, στην ηλικία των είκοσι έξι ετών. 

3. Εδώ η γή δέχθηκε νεκρό το τρυφερό βλαστάρι της ξακουσμένης γης των Καππαδόκων, τον Αναστάσιο, το γλυκό αγόρι του Μιχαήλ Ομηρόλη, που πάνω στον ανθό της νιότης του χάθηκε ξαφνικά από φριχτή αρρώστια, αφήνοντας αιώνιο πένθος στους αγαπημένους του γονείς, που με σπαραξικάρδιο οδύνη ήγειραν τούτο το μνημείο για το παιδί που χάθηκε. 

4. -Γυναίκα του Αυγερινού, γιατί είσαι εδώ βυθισμένη; Εσύ δεν ήσουν η αγαπημένη του Σπυρίδωνα στη ζωή; Ποιό είναι το όνομα σου και ποιά η πατρίδα σου; 
-Είμαι θλιβερό θύμα του χάρου που εξαφανίζει τα πάντα. Ακούω η δύστυχη στο όνομα Αναστασία. Είμαι η αγαπημένη κόρη του Ευσταθίου του Γκιούλκα. Οι ρίζες μου από την Ιωνία. Πατρίδα μου η Ζάκυνθος. Είμαι τριάντα εννέα περίπου ετών. Έζησα με τον άνδρα μου δέκα οκτώ χρόνια. Εκτός από ένα άφησα επτά κορίτσια.
Αλλ’ ώ ύψιστε Άρχοντα, βασιλιά των βασιλιάδων, κατάταξε τη δούλη σου στη γη των Μακάρων. 
Εν έτει 1839 Ιουνίου 27 

5. -Εσύ, η ωραία λαξευμένη ταφόπετρα, ποιόν πάλι κρύβεις; 
-Ξένε, ο πατέρας της, ο Μαλαχίας, της έδωσε το όνομα Φωτεινή. Κι όταν αυτή είδε τη δέκατη έβδομη άνοιξη της ζωής της την πάνδρεψε με τον Κανδιόγλου. Αλλά ο Άδης ο αδάμαστος εφθόνησε τη σωφροσύνη της και την άρπαξε στα εικοσιδύο της χρόνια. 

6. Τον Κωνσταντίνο Αβέρωφ του Νικολάου μακριά από την πατρίδα του τον δέχτηκε νεκρό (ξένη) γη. Χωρίς ακόμα να έχει συμπληρώσει το τριακοστό έτος της ζωής του. Ήταν χαρά για τους γονείς του και στολίδι για το Μέτσοβο. Όμως ο Άδης δε λυπήθηκε τη νιότη του. Όλα αποδείχθηκαν μάταια∙ και η αγαπητή Θέμις και οι ελπίδες οι γοργοφτέρουδες. Γι αυτό νεκρό τον κλαίνε χύνοντας μαύρα δάκρυα η πατρίδα του και οι γονείς του. 

Πέμπτη 15 Σεπτεμβρίου 2016

Η καταγωγή των Αδελφών Μιλαντίνωφ (Братя Миладинови)


Αδελφοί Μιλαντίνωφ (Братя Миладинови)
Στη Στρούγα δίδαξε στο ελληνικό σχολείο της το 1838 ο σπουδαίος τότε δάσκαλος Δημήτριος Μιλαδινίδης, ο πολύς έπειτα αρνησίπατρις Μιλαδίνωφ. Ό πάππος του, όπως πληροφορήθηκα από ηλικιωμένους κατοίκους της Στρούγας *, ήταν Ηπειρώτης την καταγωγή. Εξασκούσε το επάγγελμα του αγγειοπλάστη. Φαίνεται ότι θα κατέφυγε στα μέρη εκείνα από τα πρώτα χρόνια του Αλή πασά μαζί με άλλους δικούς μας Κουτσοβλάχους. Ο υιός τούτου λεγόταν Χρήστος, πατέρας των δύο περίφημων αδελφών Δημήτρη και Κωνσταντίνου Μιλαδινίδου-Μιλαδίνωφ κατόπιν. Κι αυτός εγκατεστημένος στη Στρούγα εξασκούσε κληρονομικά το επάγγελμα του πατέρα του, δηλ. του αγγειοπλάστη. Νυμφεύθηκε γυναίκα γηγενή από σλαβόφωνη οικογένεια του Μάτη, ύστερα και σήμερα Μάτεφ. 

Ο πατέρας λοιπόν των αδελφών αυτών Μιλαδινίδη-Μιλαντίνωφ Χρήστος, έχοντας ασφαλώς συγγενείς στα Γιάννενα και θείο στο Βεράτι Αλ­βανίας, έστειλε με δαπάνη του θείου το μεγαλύτερο γυιό του Δημήτριο, ύστερα από φοίτηση στο σχολείο του Όσιου Ναούμ, να σπουδάση στη Ζωσιμαία Σχολή Ίωαννίνων. Άπό τη Σχολή βγήκε ο Δημήτριος με άριστες επιδόσεις στα ελληνικά και στα αρχαία συγγράμματα. Τον αδελφό του Κωνσταντίνο σπούδασε επίσης ο ίδιος Δημήτριος στη Ζωσιμαία Σχολή και στο Πανεπιστήμιο ’Αθηνών, όπου σπούδασε φιλολογία. Αυτός αναδείχθηκε ποιητής και τα ποιήματά του γράφηκαν στην ελληνική. Καταγωγή λοιπόν των αδελφών αυτών ήτο από πατέρα Ηπειρώτη και μητέρα σλαβόφωνη της οικογένειας Μάτη. Η τελευταία αυτή οικογένεια υφίσταται και σήμερα στη Στρούγα με την επωνυμία Μάτεφ. (Πιθανώς κι αυτή η οικογένεια να εκσλαβίσθηκε στη γλώσσα, γιατί με επωνυμία τέ­τοιες οικογένειες ελληνικές υπήρχαν στην περιφέρεια Στρούγας-Άχρίδος). 
Δεν εξακριβώθηκε για τον πάππο των Μιλαντίνωφ αν η γυναίκα του ήταν ελληνόφωνη ή βλαχόφωνη και το όνομά του. (Ένας εκ των παρισταμένων συμ­πατριώτης με τον πληροφοριοδότη μου εξέφρασε την εκδοχή ότι ο πάππος των Μιλαντίνωφ θα λεγόταν Μελάς Ντίνος. Κύριο όνομα συνηθέστατο σλαβικό επικρατεί το «Μίλαν» (’Αγάπιος ελληνικό). Το Μελάς Ντίνος θα μεταβλήθηκε σε «Μιλαντίνωφ»). 

Κατά τη βιογραφία του Δημητρίου Μιλαντίνωφ, ύστερα από διδασκα­λία στο ελληνικό σχολείο στην πατρίδα του Στρούγα, δίδαξε στο ελλη­νικό σχολείο της Αχρίδος. Εκεί τό 1845 τον επισκέφθηκαν οι δύο Ρώσοι μοναχοί (;), προπαγανδιστές της πανσλαβιστικής ιδέας Βίκτωρ Γρήγο­ροβιτς και Θεόδωρος Ουσπένσκη. Αυτοί πιθανώς, ή μάλλον κατά τη γνώμη μου, ως συμπεραίνω από τα όσα περιγράφω για το γεγονός του πα­τέρα μου το 1888 (το εκθέτω στο κεφ. «Λίγα ιστορικά του χωριού») και από το ό,τι προήλθαν από τη μονή Ζωγράφου 'Αγ. ’Όρους, όπου παρέμειναν για ελάχιστο χρόνο για να καλύψουν την πραγματική ιδιότητά τους, ήσαν Ρώ­σοι αξιωματικοί ειδικά εκπαιδευμένοι στην πανσλαβιστική προπαγάνδα. Ο μεν πρώτος Β. Γρηγόροβιτς ήτο ανώτερος στο βαθμό και ο δεύτερος απλώς ακόλουθός του, γιατί στο σλαβικό βιβλίο για τον Δ. Μιλαντίνωφ μόνο για τον Γρηγόροβιτς υπάρχει εκτενής περιγραφή για τη δράση, ενώ ο Ουσπένσκη δεν αναφέρεται ή μόνο ότι ήτο συνοδός του.

Τετάρτη 14 Σεπτεμβρίου 2016

Νίκος Παπατάκης: Οι ταινίες μου και όλη η ζωή μου είναι πάθος


Νίκος Παπατάκης (Αντίς Αμπέμπα, 5 Ιουλίου 1918 - Παρίσι, 17 Δεκεμβρίου 2010)

Τιμήθηκε ως ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης της Διασποράς και με την ευκαιρία αυτή μίλησε για τον περιπετειώδη και φορτισμένο βίο του σε πολλές γειτονιές του κόσμου αλλά και για την επόμενη ταινία που ονειρεύεται να γυρίσει στην Ελλάδα.

" Οι ταινίες μου και όλη η ζωή μου 
είναι πάθος "

Ο πατέρας του ήταν από τα μέρη της Μακεδονίας. Στο χωριό του, το Περιβόλι, έγιναν όλα τα εξωτερικά γυρίσματα της ταινίας του «Η φωτογραφία» (1986). Η μητέρα του ήταν από την Αιθιοπία και το γεγονός αυτό αποτέλεσε την αιτία να υποφέρει όταν γεννήθηκε το 1918 στην Αντίς Αμπέμπα, μοναδικός μιγάς ανάμεσα σε μετανάστες Έλληνες. Ο Νίκος Παπατάκης μεγάλωσε στη Βηρυτό και στη συνέχεια έφυγε για το Παρίσι. Στο Cafe de Flore στο Saint Germain des Pres γνωρίζεται με τον Ζαν Ζενέ και θαυμάζει την επαναστατική συμπεριφορά του. Με την πρώτη του σύζυγο, την ηθοποιό Ανούκ Εμέ, διευθύνει το περίφημο καμπαρέ «La Rose Rouge» (1945-54) από όπου περνά όλη η γαλλική διανόηση της εποχής. Αυτεξορίζεται στην Αμερική (1957), συνεργάζεται με τον Τζον Κασσαβέτη, επιστρέφει στη Γαλλία και ταξιδεύει στην Ελλάδα. Η ομορφιά τον συγκινεί. Η ηθοποιός Ολγα Καρλάτου υπήρξε η δεύτερη σύζυγός του. Υποστηρίζει ότι οι σχέσεις του με τη σκηνοθεσία δεν είναι αγχώδεις και αρκείται στις πέντε ταινίες που έχει ήδη κάνει ενώ ονειρεύεται την επόμενη ταινία του στην Ελλάδα με θέμα τις Σουλιώτισσες.

Ο σκηνοθέτης Νίκος Παπατάκης βρέθηκε στην Αθήνα καλεσμένος, ως ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης της Διασποράς, από την Εταιρεία Ελλήνων Σκηνοθετών (ΕΕΣ) και τιμήθηκε σε ειδική τελετή για τη συνολική προσφορά του στον κινηματογράφο. Κάποιες από τις ταινίες του προβλήθηκαν σε ειδικό αφιέρωμα που έγινε σε συνεργασία με το Film Center και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου. Λίγες ώρες προτού επιστρέψει στο Παρίσι ο Νίκος Παπατάκης μοιράστηκε κάποιες σκέψεις του και στιγμές από τη γεμάτη πάθη ζωή του με «Το Βήμα».

Αυτές τις ημέρες χαρακτηριστήκατε ο σημαντικότερος Έλληνας σκηνοθέτης της Διασποράς. Εσείς πόσο Έλληνας νιώθετε;

«Νιώθω αρκετά Έλληνας για να κάνω τις ταινίες που κάνω. Η πρώτη ταινία μου έγινε στη Γαλλία και μετά αισθάνθηκα απολύτως την ανάγκη να έρθω να κάνω μια ταινία εδώ. Κάτι με έσπρωχνε, δεν ξέρω τι. Ισως ο πατέρας μου ή τα παιδικά μου χρόνια. Η τρίτη ταινία ήταν γαλλική, η τέταρτη ελληνική, η πέμπτη γαλλική και η έκτη ελπίζω να είναι ελληνική».

Άνω Μπεάλα (Μπελίτσα) - Ταξιδεύοντας μέσα στο χρόνο


Η Άνω Μπεάλα (Gorna Belica) σήμερα

Έως το 1870 πάνω-κάτω ουδεμία διάκριση, από απόψεως εθνικής και θρησκευτικής, υπήρξε μεταξύ όλων των κατοίκων της περιφέρειας Αχρί­δος. Όλοι είχαν ελληνικές εκκλησίες και ελληνικά σχολεία, όπου μπο­ρούσαν. Από της εμφανίσεως όμως του βουλγαρισμού, που έγινε με αναγνώριση από την τουρκική κυβέρνηση ξεχωριστών Βουλγάρων επισκόπων, άρχισε η διαμάχη για την επικράτηση των Βουλγάρων στη Μακεδονία με εξόντωση του ελληνικού στοιχείου.
Το 1888, όπως αναφέρει ο ακούραστος εθνικός μαχητής, πολιτευτής Φλωρίνης και Μοναστηριώτης την καταγωγή Γ. X. Μόδης στο βιβλίο του ο «Μακεδονικός ’Αγών και η νεώτερη Ιστορία» (σελ. 130), ο καθη­γητής Σ. Πηχεών από την Αχρίδα οργάνωσε επαναστατικό κίνημα στο οποίο μυήθηκαν πολλοί έμποροι κι άλλοι από διάφορα μέρη της Μακε­δονίας, μεταξύ των οποίων ήσαν και μερικοί από την Μπεάλα και ο ίδιος ο πατέρας μου Ναούμ Α. Τοπάλης, όπως μου είχε διηγηθή και είχε γράψει σε απομνημονεύματά του, τα οποία δυστυχώς δεν διεσώθησαν. Έτυχε μάλιστα, συμπτωματικά με την ως άνω επαναστατική κίνηση των Πηχεωνικών, όπως ονομάσθηκε, κατά το χρόνο εκείνο (1888) να συμβή στον πατέρα μου και το εξής σοβαρό γεγονός. Αυτό μαζί με την κατηγορία της συμμετοχής του στα «Πηχεωνικά» οδήγησε τον πατέρα στις φυλακές Μοναστηριού, για να δικασθή ως επαναστάτης. Το γεγονός το αναφέρω όπως το άκουσα από τον ίδιο. 
Ο πατέρας μου μαζί με τούς δύο αδελφούς είχε από πολλά χρόνια στα Τίρανα * της ’Αλβανίας εμπορικό κατάστημα. Η φίρμα του καταστήματος, όπως και στην αλληλογραφία, ήταν «Ναούμ Άν. Τοπάλης καί αδελφοί» τουρκιστί καί ελληνιστί. Το 1888 επισκέφθηκαν τον πατέρα μου στο κατάστημά του εκεί δύο έμποροι ξένοι, οι οποίοι, όπως τον διαβεβαίωσαν, κατάγονταν από την Κωνσταντινούπολη και είχαν κατάστημα στην Πόλη με υποκατάστημα στη Θεσσαλονίκη. Αυτοί, οι δή­θεν έμποροι, εξέφρασαν την επιθυμία τους να συνεργασθούν εμπορικώς. (Σημειωτέον ότι οι έμποροι από την Μπεάλα στην ’Αλβανία είχαν εμπο­ρικές σχέσεις μέ εμπόρους περισσότερο 'Έλληνας, των πόλεων Μοναστη­ρίου και Θεσσαλονίκης). Φιλοξενήθηκαν από τον πατέρα μου και μέσα στο κατάστημά του έγραψαν επιστολές, που περιέκλεισαν και ταχυδρό­μησαν σε φακέλλους του καταστήματος με την επιγραφή που αναφέραμε.

Παρασκευή 9 Σεπτεμβρίου 2016

Ιωάννης Μιχ. Σόντης (Μοναστήρι, 1907 - Αθήνα, 1982)


Ακαδημία Αθηνών
Παναγιώτης Αλ. Παπανικολάου
Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών

Ι. Έχει στο πάνθεον των «υψηλών προγόνων»1 μου την πιο λαμπρή δικαιολογημένα θέση· κι αυτό κάνει το χέρι μου να τρέμει από συγκίνηση, καθώς αρχίζω να υφαίνω τον έπαινο του άνδρα από το Μοναστήρι, που ως άνθρωπος υπήρξε αληθινά σπουδαίος, στην απεραντοσύνη της καλοσύνης του και στη διάθεσή του για προσφορά αφειδώλευτη, ως αγωνιστής της ζωής και της ελευθερίας στάθηκε εξαιρετικά γενναίος και αναδείχθηκε ανιδιοτελής πατριώτης, ως επιστήμονας υπήρξε πράγματι διαπρεπής, κατεχόμενος από ένθεο ζήλο για τη νομική επιστήμη και διακρινόμενος προεχόντως για την βασανιστική προσήλωσή του στην τελειομανία, ενώ ως ακαδημαϊκός δάσκαλος δημιούργησε Σχολή, λατρεύτηκε δε κυριολεκτικά από τους μαθητές του, όσο κανείς ίσως άλλος στην πανεπιστημιακή ζωή της Χώρας μας. Μέλημά μου ωστόσο πρώτο, να μην αφήσω να με παρασύρει εντελώς το έντονο συναίσθημα του σεβασμού και της ευγνωμοσύνης και δώσω έτσι την προσωπογραφία του Δασκάλου μου ιμπρεσσιονιστικά –σε μια στιγμή αποθεώσεως– χρωματισμένη, και ως εκ τούτου αναπόδραστα εξιδανικευμένη, αλλά να παραστήσω τον επιφανή αυτόν άνδρα, όπως αληθινά ήταν. Και μέσα από την εικόνα αυτήν ας αναδειχθεί πλέρια η μεγαλοσύνη του, και άξιος ο έπαινός του. 

ΙΙ. Ο Ι. Μ. Σόντης γεννήθηκε στο Μοναστήρι, την άλλοτε ελληνικότατη αυτήν πόλη της Μακεδονίας, το 1907. Γονείς του ο Μιχαήλ Σόντης (Κτηματίας) και η Παρασκευή Τσομπάνου. Περάτωσε τις γυμνασιακές του σπουδές –με την βοήθεια του επίσης Μοναστηριώτη γυμνασιάρχη Νότη, στα φιλόξενα χέρια του οποίου τον είχε εμπιστευθεί νύχτα ο πατέρας του όταν έκλεισαν τα ελληνικά σχολεία στο Μοναστήρι– στη Θεσσαλονίκη το 1925. Το ίδιο έτος ενεγράφη φοιτητής της Νομικής Σχολής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, έλαβε δε μετά από τακτικές σπουδές, τον Απρίλιο του 1930, το μεν πτυχίο της Νομικής με τον βαθμό «Άριστα», το δε πτυχίο των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών με τον βαθμό «Λίαν Καλώς». Ακολούθως υπέστη, το 1931, τις εξετάσεις για την άδεια του δικηγόρου, όπου και επρώτευσε. 
Το 1931 μεταβαίνει για μεταπτυχιακές σπουδές στην Χαϊδελβέργη της Γερμανίας, όπου θα παραμείνει επί τέσσερα και πλέον έτη, στην αρχή με δικές του δαπάνες, αργότερα δε, από τον Σεπτέμβριο του 1934 μέχρι τον Φεβρουάριο του 1936, ως υπότροφος του Πανεπιστημίου Αθηνών από το Σγούτειο Κληροδότημα. Εκεί με διδασκάλους στη μεν Νομική Σχολή κυρίως τον καθηγητή Ernst Levy, για το Ρωμαϊκό Δίκαιο, και τους καθηγητές Heinrich Mitteis και Eugen Ulmer, για το Αστικό Δίκαιο, στη δε Φιλοσοφική Σχολή τους καθηγητές Eugen Täubler και Karl Meister, για τη ρωμαϊκή ιστορία, τη λατινική φιλολογία και τη μέθοδο της ιστορικής έρευνας, θα επιδοθεί με όλες του τις δυνάμεις, εργαζόμενος ακόμη και κατά τη διάρκεια των διακοπών, στην έρευνα κυρίως των Βασιλικών και των ελληνικών εν γένει επεξεργασιών της ιουστινιάνειας νομοθεσίας του δευτέρου ημίσεος του 6ου και των αρχών του 7ου αιώνα, καρπό δε της έρευνας αυτής θα αποτελέσει η δημοσιευθείσα, το 1937, πραγματεία του με τον τίτλο «Die Digestensumme des Anonymos». Ι. Zum Dotalrecht. (Ein Beitrag zur Frage der Entstehung des Basilikentextes), σελ. VIII + 160 (23ο τεύχος της σειράς: Heidelberger rechtswissenschaftliche Abhandlungen herausgegeben von der Juristischen Fakultät, Verlag C. Winter). Επί τη βάσει τμήματος της πραγματείας αυτής, το οποίο υπέβαλε ως διατριβή στην εκεί Νομική Σχολή, θα λάβει, τον Φεβρουάριο του 1936, τον τίτλο του διδάκτορος της Σχολής αυτής με τον βαθμό «magna cum laude». 
Η πραγματεία αυτή του Σόντη, ακολουθούσα, υπό την σοφή καθοδήγηση του Levy, την ιστορικοκριτική μέθοδο έρευνας, που συνεπάγεται και την μελέτη του ελληνικού και του βυζαντινού δικαίου, στηρίχθηκε σε αυτοτελή και ανεξάρτητη παρεμβληματολογική έρευνα και οδήγησε σε πορίσματα νέα όσον αφορά στην κριτική του κειμένου του Πανδέκτη, εντεύθεν δε παριστά, πράγμα που και διεθνώς αναγνωρίσθηκε στον συγγραφέα, σημαντική συμβολή στο δόγμα γενικότερα του Ρωμαϊκού Δικαίου2. 

Πέμπτη 8 Σεπτεμβρίου 2016

Τα χωριά Άνω και Κάτω Μπεάλα - Αναστ. Τοπάλη


Οικογένεια εμπόρου από τη Μπεάλα, εγκατεστημένη στη Στρούγκα

Τα χωριά Άνω και Κάτω Μπεάλα. 
Λιμνολεκάνη Στρούγας - Αχρίδος
Αναστ. Τοπάλη

Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο: