Σάββατο 31 Οκτωβρίου 2015

CILËT JANË VLLEHËT (VLLEHËT PASARDHËS TË HELENËVE)


Cilët janë Vëllehët

Vllehët nuk ishin dhe nuk janë një komb i unifikuar me një prejardhje të përbashkët. Janë, që prej shfaqjes së tyre, qytetarë romakë latinofonë. Kjo përbën dhe karakteristikën e tyre kryesore dhe jo një prejardhje etnologjike. Banojnë në të gjithë Evropën Juglindore në vendet që lidhen me organizimin e Perandorisë Romake. Në Vendet Helene gjenden kryesisht zona me një rëndësi strategjike ku ka rrugë kryesore dhe degëzime të rëndësishme. Gjatë kohësë së Bizantit, Vllehët e Thesalisë, të Epirit dhe të Maqedonisë shpallin në vitin 1259 se janë pasardhës të Akilit dhe të Grekëve të lashtë. Në të njejtën kohë, Vllehët e Danubit ngatërrohen me Kumanë dhe Bullgarë duke mos patur asnjë lloj marrëdhënie me Vllehët e zonave helene, as të Dalmacisë.

Ngjashmëria e pjesshme në të dyja gjuhët vjen si rrjedhojë e ngjitjes së latinofonëve nga Jugu drejt Veriut, në Rumaninë e sotme, gjatë periudhës së Perandorive të Bizantit dhe asaj Osmane. Dmth, Vllehët Grekë latinofonë nuk zbresin por ngjiten në Dhaki.

I vetmi që jep informacione të kundërta është Gjenerali Armen Joan Kekavmenos, i cili u vendos në krye të fushatës së dështuar kundër Vllehëve në Thesali në shek e 11-të. Kekavmeno-ja në “Stratigjikon” e tij, e karakterizon si “farë e pabesë dhe dinake” të Vllehëve, duke përmendur se janë barbarë që zbritën nga Danubi. Informacionet e tij i përsëritin mjaft kronografë të mëvonshëm. Por nuk është e mundur që të jetë një burim korrekt dhe i saktë një gjeneral i përulur dhe i mundur për të cilin vetë studiuesi i tij, historiani Hungarez L. Tamaw, shkruan tekstualisht në vitin 1936: “Të duash që të qartësosh një burim informacionesh historike nga ato sa shkruan Kekavmeno-ja është sikur të përpiqesh për të pamundurën”. Në këtë rast, mendimet e Kekavmenos për zbritjen e vëllehëve nga Danubi i përjashtojnë historianë Rumunë si T Papahagi, A. Sacerdoteanu, Siviu Dragomir, Cicerone Poghirc dhe Petre Nasturel.

Si u ndodhën latinofonët në vënde greke?

Pas pushtimit të Maqedonisë nga Romakët, më 167 para Krishtit, helenizmi lokal, përdoret në postet publike të shteti romak në ushtri, si dhe në mbrojtjen e kufijëve nga sulmues veriorë (popujt veriorë)
Romakët duke pasur një admirim të madh për ushtrinë maqedonase, rënditin në rradhët e ushtrisë mercenarë për ruajtjen e rendit në zonë dhe të komunikimit të lirë në rrugët dhe kryesisht në ngushticat e maleve. Kështu praktikojnë sistemine rojeve të ngushticave dhe grykave në rrjetin rrugor të Perandorisë Romake. Është për tu theksuar gjithashtu se të gjitha vendqëndrimet e Vëllehëve gjenden në vargmalet e Pindit dhe Varnunda. Kështu pra del si konkluzion se krijimi i Vëllehëve vjen si produkt i rojeve të cilat kishin vendosur Romakët në Pind.
Gjuha e legjeonarëve Romakë shtrihet nga Uellsi dhe gadishulli Hiberik deri në Ballkan dhe në Egjipt. Nga latinishtja popullore dhe zhvillimi i saj në vende të ndryshme të përhapjes të saj krijohen gjuhët e sotme romanike si italishtja, spanjishtja, portugalishtja, helvetishtja, rumanishtja, histrorumanishtja dhe arumanishtja, dmth vllaçja që flasin Vllehët Helenë.

Οι Έλληνες Βλάχοι - Ανδρέας Β. Σταματόπουλος, Βασίλειος Α. Σταματόπουλος


Ποιοί είναι οι Βλάχοι

Οι Βλάχοι δεν ήταν και δεν είναι ένας ενιαίος λαός με κάποια απώτερη κοινή καταγωγή. Είναι από της εμφανίσεώς τους λατινόφωνοι Ρωμαίοι πολίτες. Αυτό αποτελεί το κύριο χαρακτηριστικό τους και όχι κάποια εθνολογική καταγωγή. Κατοικούν σε όλη την Νοτιοανατολική Ευρώπη στους τόπους που συνδέονται με την οργάνωση της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Στις Ελληνικές Χώρες βρίσκονται κυρίως στις επαρχίες με στρατηγική σημασία σε διαβάσεις και οδικές αρτηρίες. Στα χρόνια του Βυζαντίου οι Βλάχοι της Θεσσαλίας, της Ηπείρου και της Μακεδονίας διακηρύσσουν το 1259 ότι είναι απόγονοι του Αχιλλέα και των αρχαίων Ελλήνων. Την ίδια περίοδο, οι Βλάχοι του Δούναβη αναμιγνύονται με Κουμάνους και Βούλγαρους μην έχοντας καμία σχέση με τους Βλάχους ούτε των ελληνικών χωρών, ούτε της Δαλματίας.

Η μερική ομοιότητα στις δυο γλώσσες οφείλεται στην άνοδο των λατινόφωνων από τον Νότο προς τον Βορρά, στην σημερινή Ρουμανία, κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής και Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Δηλαδή, οι Βλάχοι Έλληνες λατινόφωνοι δεν κατέρχονται, αλλά ανέρχονται στη Δακία. 

Ο μόνος που αναφέρει διαφορετικές πληροφορίες είναι ο Αρμένιος στρατηγός Ιωάννης Κεκαυμένος, που τίθεται επικεφαλής αποτυχημένης εκστρατείας εναντίον των Βλάχων στη Θεσσαλία τον 11ο αιώνα. Ο Κεκαυμένος στο ''Στρατηγικόν'' του, χαρακτηρίζει ''άπιστον και πονηρόν γένος'' τους Βλάχους, αναφέροντας ότι είναι βάρβαροι που ήλθαν από τον Δούναβη. Τις δικές του πληροφορίες επαναλαμβάνουν αρκετοί μεταγενέστεροι χρονογράφοι. Δεν είναι όμως δυνατό να είναι έγκυρη πηγή ένας ταπεινωμένος και ηττημένος στρατηγός για τον οποίο ο μελετητής του, ο Ούγγρος ιστορικός Λ. Ταμάς, γράφει χαρακτηριστικά το 1936: ''το να θελήσεις να ξεκαθαρίσεις μια πηγή ιστορικών πληροφοριών υπό τα γραφόμενα του Κεκαυμένου είναι σαν να επιχειρείς το αδύνατον''. Εν προκειμένω, τις απόψεις του Κεκαυμένου για κάθοδο των Βλάχων από τον Δούναβη απορρίπτουν επιφανείς Ρουμάνοι ιστορικοί όπως οι T. Papahagi, A. Sacerdoteanu, Siviu Dragomir, Cicerone Poghirc, και Petre Nasturel.

Πως προέκυψαν οι λατινόφωνοι στις ελληνικές χώρες; 

Μετά την κατάκτηση της Μακεδονίας από τους Ρωμαίους, το 167 π.χ, ο ντόπιος ελληνισμός χρησιμοποιείται σε δημόσιες θέσεις του ρωμαϊκού κράτους, στον στρατό, καθώς και στη φύλαξη των συνόρων από βόρειους επιδρομείς. Οι Ρωμαίοι, έχοντας μεγάλο θαυμασμό στον πολυδύναμο μακεδονικό στρατό, στρατολογούν μισθοφόρους για τη διατήρηση της τάξης στην περιοχή και της ελεύθερης επικοινωνίας στους δρόμους και προπαντός στις διαβάσεις των βουνών. Έτσι εφαρμόζουν το σύστημα των κλεισουροφυλάκων στους οδικούς άξονες της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Είναι δε αξιοπρόσεκτο ότι όλες οι εγκαταστάσεις των Βλάχων βρίσκονται στην οροσειρά της Πίνδου και στον Βαρνούντα. Έτσι λοιπόν συμπεραίνεται ότι η διαμόρφωση των Βλάχων προέρχεται από τις φρουρές τις οποίες εγκαθιστούν οι Ρωμαίοι στην Πίνδο. 
Η γλώσσα των Ρωμαίων λεγεωνάριων εξαπλώνεται από την Ουαλία και την Ιβηρική χερσόνησο μέχρι τα Βαλκάνια και την Αίγυπτο. Από τη δημώδη λατινική και την εξέλιξη της στις διάφορες χώρες διάδοσής της διαμορφώνονται οι σύγχρονες ρομανικές γλώσσες όπως η ιταλική, η ισπανική, η γαλλική, η πορτογαλική, η ελβετική, η ρουμανική, η ιστρορομανική, η μεγλενορομανική και η αρωμουνική, δηλαδή τα βλάχικα που μιλούν οι Έλληνες Βλάχοι.

Παρασκευή 30 Οκτωβρίου 2015

Οι Ναζί συνέχισαν τον πόλεμο και το ’45


Του Richard Clogg*

H Ευρώπη γιόρτασε το 2005 την 60ή επέτειο της λήξης του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Για την Ελλάδα, βέβαια, ο πόλεμος έληξε τον Οκτώβριο του 1944 με τη γερμανική αποχώρηση, παρ' ότι η χώρα έμενε να βιώσει ακόμη τη φρίκη των Δεκεμβριανών και του Εμφυλίου. H γερμανική αποχώρηση δεν σήμανε, όμως, και το τέλος των φιλοδοξιών των ναζί για συνέχιση του πολέμου στη χώρα. Το γεγονός αυτό αποδεικνύεται από περίεργο περιστατικό: τη ρίψη με αλεξίπτωτο, στην Πελοπόννησο του 1945, ομάδας δολιοφθορέων, με στόχο την εκμετάλλευση από τη Γερμανία της πολιτικής κρίσης που ακολούθησε τα Δεκεμβριανά. H αποστολή, θλιβερή και αποτυχημένη εκ προοιμίου, αποτελείτο από ελληνόφωνους Βλάχους, που είχαν στρατολογηθεί από τις τάξεις όσων είχαν μεταναστεύσει στη Ρουμανία μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ρουμανικός φασισμός

Αρκετοί από αυτούς τους νεοαφιχθέντες Βλάχους μετανάστες είχαν συγκινηθεί από τον μυστικιστικό και βασισμένο στη θρησκεία ρουμανικό φασισμό, τον οποίο εξέφραζε η παραστρατιωτική πολιτική οργάνωση Σιδηρά Φρουρά. Αυτό ήταν μακράν το μεγαλύτερο και ισχυρότερο φασιστικό κόμμα των Βαλκανίων, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1930, η οργάνωση είχε καταστεί υπολογίσιμη δύναμη στα πολιτικά πράγματα της Ρουμανίας. Το 1940, ιδρύεται το «Εθνος των Λεγεωναρίων», με τον αυταρχικό εθνικιστή ηγέτη στρατάρχη Ιον Αντονέσκου να συνεργάζεται δύσκολα με τη Σιδηρά Φρουρά του Χόρια Σίμα, ηγέτη του κινήματος μετά τη δολοφονία του ιδρυτή του, Ζελέα Κοδρεάνου.

Αν και η Σιδηρά Φρουρά αποτελούσε φυσική ιδεολογική συνέχεια του ναζισμού, το κίνημα αποδείχθηκε υπερβολικά απρόβλεπτο για τα γερμανικά σχέδια. H Γερμανία υποστήριξε έτσι ενεργά τον Αντονέσκου στην αντιπαράθεσή του με τη Σιδηρά Φρουρά στις αρχές του 1941. Οι ναζί, όμως, γνωρίζοντας ότι η Φρουρά θα μπορούσε να αποδειχθεί χρήσιμη κάποια στιγμή στο μέλλον, προσέφεραν καταφύγιο στον Σίμα και σε μερικές εκατοντάδες οπαδούς του στη Γερμανία. Μεταξύ των μελών της Φρουράς στη Γερμανία, υπήρχαν και αρκετοί Βλάχοι ελληνικής καταγωγής.

Η προνοητικότητα των Γερμανών ανταμείφθηκε, όταν ο Χόρια Σίμα και οι άνδρες του αξιοποιήθηκαν μετά το πραξικόπημα του βασιλέα Μιχαήλ στις 23 Αυγούστου 1944, κατά του στρατάρχη Αντονέσκου. Το πραξικόπημα οδήγησε τη Ρουμανία στο πλευρό των Συμμάχων. Οι Γερμανοί έσπευσαν τότε να ανακηρύξουν τον Σίμα ηγέτη φιλοναζιστικής εξόριστης κυβέρνησης στη Βιέννη, όπου μεταφέρθηκαν και τα μέλη της Σιδηράς Φρουράς.

Πέμπτη 29 Οκτωβρίου 2015

Η βουλγαρική εξέγερση του Απριλίου του 1876


Η εξέγερση του Απριλίου 1876, μια από τις ελάχιστες βουλγαρικές εξεγέρσεις στη Μακεδονία και Θράκη.

Ο καθηγητής Fikret Adanir στο Die Makedonische Frage, στις σελ. 78-79, αναφέρει σχετικά ότι ''οι Βούλγαροι επαναστάτες επιτέθηκαν με τυφλή βία και δίψα για εκδίκηση σκοτώνοντας αθώους και απροστάτευτους γέρους, γυναίκες και παιδιά και ο στόχος της εξέγερσης ήταν να παρακινήσει την συμμετοχή της Ρωσίας''. Και προσθέτει στη συνέχεια ότι ''ο Georgi Benkovski, ο ηγέτης των εξεγερθέντων, μπροστά στα πυρπολημένα βουλγαρικά χωριά μετά την αιματηρή κατάληξη της εξέγερσης δήλωσε: Ο στόχος μου επετεύχθει. Χτύπησα την Καρδιά του Τυράνου με μια βαθειά πληγή, η οποία δεν θα γιατρευτεί ποτέ. Η Ρωσία μπορεί να επέμβει [Z. Stojanov, Zapiski po bulgarskite vustanija 1870-1876, σελ. 284].''

Η εξέγερση ξεκίνησε ως προβοκάτσια σκοτώνοντας γυναικόπαιδα στο Panagjuriste [Pazardzhik, Ροδόπη Βουλγαρία] οι Βούλγαροι επαναστάτες. Ήταν σχεδιασμένη, θυσιάζοντας όσο περισσότερους αμάχους γίνεται με σκοπό να προκαλέσουν διπλωματικό επεισόδιο, να εκβιάσουν τις μεγάλες δυνάμεις και ειδικά την Ρωσία να επέμβει. Η βουλγαρική πολιτική αδυνατούσε να πείσει τον τοπικό πληθυσμό να επαναστατήσει ώστε να καταφέρει να δημιουργήσει μια τέτοια κατάσταση που να αναγκάσει τις Μεγάλες Δυνάμεις να ενδιαφερθούν, να επιταχύνει τις πολιτικές εξελίξεις και να υπαχθεί η περιοχή στην Βουλγαρία. Οι Βούλγαροι ήθελαν σε πρώτη φάση δικό τους μιλιέτ μέσα στην οθωμανική αυτοκρατορία, δηλαδή αυτονομία και όχι ανεξαρτησία γι' αυτό και δεν είχαν ποτέ οργανωμένες επαναστατικές δομές. Οι ελάχιστες εξεγέρσεις όπως φαίνεται ήταν σχεδιασμένες και κατευθυνόμενες. Κάτι αντίστοιχο συνέβη με το Ίλιντεν. Αν δούμε εκεί πόσοι ήταν οι νεκροί της εξέγερσης θα διαπιστώσουμε ότι κανένας βοεβόδας δεν σκοτώθηκε! Αλλά και η βουλγαρική συνοικία του Κρουσόβου έμεινε άθικτη. Το μένος των Τούρκων, μετά την αποτυχία της εξέγερσης, στράφηκε κατά των Ελληνοβλάχων κατοίκων ενώ δεν είχαν συμμετοχή. Η εξέγερση ήταν μια καλά σχεδιασμένη εκατόμβη αθώων θυμάτων.

Οι Έλληνες της περιοχής της Ροδόπης δεν θα υποστήριζαν τέτοια μικρόπνοα σχέδια όπως ήταν και η εξεγέρση του Απριλίου του 1876. Γι' αυτό και οι Κουτσόβλαχοι εκείνης της περιοχής παρουσιάζονται στην βουλγαρική βιβλιογραφία, εκτός από φανατικοί γκρεκομάνοι -με πρόθεση να τους διαχωρίσει για να υποβαθμίσει την ελληνική παρουσία στην περιοχή- και φορείς της ελληνικής ιδέας, ως φιλότουρκοι, προδότες, με έντονα αντι-βουλγαρικά αισθήματα. Οι Έλληνες, μεταξύ αυτών και οι Κουτσόβλαχοι (Τσίντσαροι), γνώριζαν τα πανσλαβικά σχέδια για αναγέννηση της Βουλγαρίας, σε βάρος της βόρειας Θράκης και της Μακεδονίας. Τα σχέδια τους στόχευαν στην ενότητα και εξύψωση των σλαβικών λαών που εξαπλώνονταν στο μεγαλύτερο τμήμα της Ανατολικής Ευρώπης, με προεξάρχοντες του Ρώσους. Οι θεωρίες τους βρήκαν απήχηση σε επιστήμονες της Δύσης και κυρίως στην Καθολική Εκκλησία, η οποία προσπαθούσε να εξυπηρετήσει δικούς της στόχους εις βάρος της Ορθοδοξίας. Οι ιμπεριαλιστικές βλέψεις της Ρωσίας όλο και νοτιότερα, ειδικά μετά την ίδρυση της Εξαρχίας (1870), βρήκαν το ιδεολογικό τους υπόβαθρο και πλέον στρέφονταν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στο όνομα της προστασίας των χριστιανικών λαών στο εσωτερικό της. Βούλγαροι επιστήμονες στέλνονταν για σπουδές στην Αγία Πετρούπολη και επέστρεφαν ώστε να εξαπλώσουν τον σλαβικό εθνοφυλετισμό. Έτσι, το εθνικό συναίσθημα των Βουλγάρων γρήγορα άρχισε να παίρνει μεγάλες διαστάσεις και στρεφόταν, εκτός των Τούρκων, εναντίον του Πατριαρχείου της Κωνσταντινούπολης και των εκφραστών του ελληνικού ιδεώδους και εθνικού συμφέροντος. Εάν η Μακεδονία γινόταν Βουλγαρική, τότε η Ρωσία θα κατέβαινε, εμμέσως, στο Αιγαίο και θα έλεγχε την «Θερμή Θάλασσα» και τα παράλιά της. Μεγάλο εμπόδιο στα Ρωσικά σχέδια αποτελούσε ο βόρειος ελληνισμός, γι' αυτό έπρεπε να εξοντωθεί οπωσδήποτε.

Τετάρτη 28 Οκτωβρίου 2015

Vardarska: μία ιστορία από τρία μόλις γραμματόσημα


Το πρώτο εικονιζόμενο γραμματόσημο κυκλοφόρησε στην Γιουγκοσλαβία την 1η Μαρτίου 1940. Ο δεύτερος παγκόσμιος πόλεμος είχε εδώ και εφτά μήνες ξεσπάσει, η καταιγίδα όλο και πλησίαζε και τα Βαλκάνια. Η Τσεχοσλοβακία είχε ήδη διαλυθεί σε κομμάτια τρία και φαινόταν πως και στην Κροατία κάποιοι επιθυμούσαν κάτι παρόμοιο. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια εκδίδεται και το γραμματόσημο αυτό με τον χάρτη της τότε διοικητικής διαίρεσης της Γιουγκοσλαβίας και με τονισμένο το έδαφος της Κροατίας. Ένα μήνυμα που στέλνει το γραμματόσημο αυτό είναι το πόσο σημαντική για την υπόσταση της Γιουγκοσλαβίας είναι η Κροατία που σαν ημισέληνος αγκαλιάζει ένα μεγάλο τμήμα της χώρας και πόσο αλληλένδετη είναι με τις άλλες γιουγκοσλαβικές περιοχές. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η ονομασία της νοτιότερης περιφέρειας, αυτής που σήμερα εδαφικά ταυτίζεται με την «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Βαρντάρσκα ονομαζόταν η περιοχή αυτή.

Το δεύτερο εικονιζόμενο γραμματόσημο κυκλοφόρησε στην Βουλγαρία στις 3 Οκτωβρίου 1941 σε μια σειρά αφιερωμένη στην προσάρτηση στην Βουλγαρία της Μακεδονίας και της Θράκης. Οι Γερμανικές μεραρχίες είχαν φθάσει στα Βαλκάνια με την διευκόλυνση της Βουλγαρίας. Η Ελλάδα είχε καταληφθεί και είχε διαμελιστεί. Στην Βουλγαρία ο Χίτλερ «δώρισε» ελληνικά εδάφη για αυτή την διευκόλυνση, την Θράκη εκτός από την παραμεθόριο με την Τουρκία ζώνη του Έβρου και την ανατολική Μακεδονία. Αργότερα το 1943 προσέφερε ακόμα και την κεντρική Μακεδονία χωρίς την πόλη της Θεσσαλονίκης. Ακόμα όλη η γιουγκοσλαβική Βαρντάρσκα είχε δοθεί και αυτή στην Βουλγαρία καθώς και η Σερβική περιοχή του Πίροτ.
Ο Βουλγαρικός μεγαλοϊδεατισμός από την εποχή της συνθήκης του Αγίου Στεφάνου θεωρούσε αλύτρωτες βουλγαρικές περιοχές αυτό που ονόμαζε Μακεδονία του Βαρδάρη και Μακεδονία του Αιγαίου ή Θαλάσσια Μακεδονία, και το γραμματόσημο δείχνει καθαρά μέχρι που έφθαναν οι βουλγαρικές απαιτήσεις.

Η Ελληνορθόδοξη Κοινότητα Πέστερας μέχρι την ελληνοβουλγαρική ανταλλαγή πληθυσμών


Ι. Ν. Κοιμήσεως Θεοτόκου Πέστερας
Στην Πέστερα της Ροδόπης κατέφυγαν σε διάφορα κύματα από το 1769 κι έπειτα, αναζητώντας καλύτερη τύχη λόγω των οθωμανικών πιέσεων, πολλές ελληνοβλαχικές οικογένειες από διάφορα μέρη της Ηπείρου και της Μακεδονίας (περιοχή Μετσόβου, Ζαγορίου, ορεινής Καλαμπάκας, Νυμφαίο κ.α) και δημιούργησαν μια ισχυρή ελληνική αποικία που ασχολούνταν κυρίως με το εμπόριο[1].
Το 1831 χτίστηκε ο Ι. Ν. Αγίου Δημητρίου με πρωτοβουλία της συντεχνίας των Ελλήνων εμπόρων και στον προαύλιο χώρο λειτουργούσε το ελληνικό σχολείο. Επίσης, στον χώρο υπήρχε νεκροταφείο το οποίο καταστράφηκε το 1960 από το κομμουνιστικό καθεστώς.
Ο Ι. Ναός Κοιμήσεως Θεοτόκου Πέστερας χτίστηκε το 1865 με κεφάλαια της Ελληνορθόδοξης Κοινότητας, η λειτουργία γινόταν στην ελληνική γλώσσα και ο πρώτος ιερέας ήταν ο Αθανάσιος Τούρτας. Έπειτα, ακολούθησαν οι ιερείς Αργύριος, Αρχιμανδρίτης Συμεών, και Νικόλαος και πάλι φυσικά στα ελληνικά[2]
Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει όταν η περιοχή μετατράπηκε σε αυτόνομη επαρχία (ανατολική Ρωμυλία) κι αργότερα προσαρτήθηκε στη Βουλγαρία. 
Στη βουλγαρική απογραφή του 1884 αναφέρεται ότι, η Πέστερα έχει 452 Έλληνες[3].
Σε έκθεση του δημάρχου της Στενημάχου Αθανασίου Επιτρόπου προς το Υπουργείο Εξωτερικών (15.3.1885) για την παιδεία των Ελλήνων στην επαρχία Φιλιππούπολης αναφέρεται, μεταξύ των άλλων, ότι ''η ελληνική κοινότητα Περιστέρας με 120 ελληνοβλαχικές οικογένειες διέθετε δημοτικό σχολείο με 70 μαθητές και νηπιαγωγείο με 80 νήπια''[4].
Το 1906 αναλαμβάνουν οι Βούλγαροι τον Ναό Κοιμήσεως της Θεοτόκου Πέστερας και διορίζουν τον ιερέα Petar Konstandinov, ο οποίος τον μετονομάζει σε ''Αγίων Κυρίλλου και Μεθοδίου''. Μετά από λίγα χρόνια όμως, κάποιος άλλος ιερέας επαναφέρει τελικά το όνομα της Παναγίας επειδή, σύμφωνα με μαρτυρίες, κάποια γριούλα του διηγήθηκε ότι ονειρεύτηκε πως αν δεν επανέλθει το αρχικό όνομα κάτι κακό θα συμβεί στην πόλη[5]. Η αλλαγή στο καθεστώς του συγκεκριμένου Ναού δεν ήταν τυχαία και, ασφαλώς, συνδέονταν άμεσα με την έκρυθμη κατάσταση. Οι αγώνες κατά του ελληνικού κλήρου διεξάγονταν σε όλες τις επαρχίες αλλά σε ορισμένες όπως η επαρχία Φιλιππουπόλεως με τις πόλεις Στενήμαχος, Τατάρ Πάζαρτζίκ, Περιστερά (Πέστερα), Πανήγυρις, οι οποίες είναι έδρες αρχιερατικών επιτρόπων, πήραν τρομερές διαστάσεις. Εκεί γίνονται συγκρούσεις ανάμεσα στις δυο παρατάξεις για το ποιός θα κατέχει μια ορισμένη εκκλησία[6].
Είναι γνωστό ότι, στις αρχές του 20ου αι., στα πλαίσια της δημιουργίας του βουλγαρικού εθνικού κράτους, έγιναν διωγμοί των Ελλήνων και της Ελληνικής Ορθόδοξης Εκκλησίας που είχαν ως αποτέλεσμα την ανταλλαγή πληθυσμών και την μεταφορά στην Ελλάδα των ελληνικών πληθυσμών της Αν. Ρωμυλίας. Ειδικότερα, το 1906, με τον νόμο "Περί Δημοσίας Εκπαιδεύσεως" του 1891, καταργήθηκαν τα ελληνικά σχολεία και διορίσθηκαν σ' αυτά Βούλγαροι δάσκαλοι. Στην έδρα της Ελληνικής Μητρόπολης της Φιλιππούπολης και άλλων πόλεων εγκαταστάθηκαν Βούλγαροι Μητροπολίτες. Στις 16 Ιουλίου 1906, μετά από ανθελληνικά δημοσιεύματα εφημερίδων, έγινε μεγάλο συλλαλητήριο και ο βουλγαρικός όχλος προχώρησε σε λεηλασίες και βανδαλισμούς. Οι διωγμοί εξαπλώθηκαν σε όλα τα αστικά κέντρα με ελληνικό πληθυσμό (Πύργο, Φιλιππούπολη, Στενήμαχο, Καβακλή, Αετό, Καρναμπάτ, Σήλυμνο κ.α.) με πογκρόμ και κατασχέσεις των ελληνικών εκκλησιών και των κοινοτικών κτιρίων. Στην Αγχίαλο η κατάληξη ήταν τραγική, κατέστεψαν ολοσχερώς την πόλη και κακοποίησαν τα γυναικόπαιδα. Σκοτώθηκαν 250 Έλληνες κάτοικοι ενώ δεν υπολογίστηκε ποτέ ο αριθμός των ατόμων που έχασαν τη ζωή τους μέσα στη φλεγόμενη πόλη. Στη Μεσημβρία, το Τάταρ-Πάζαρτζίκ κ.α., οι Έλληνες πρόκριτοι και ο δήμαρχος, φοβούμενοι μην πάθουν ανάλογη καταστροφή με την Αγχίαλο, ενέδωσαν στις απαιτήσεις των Βουλγάρων και υπέγραψαν έγγραφο παραχώρησης των ελληνικών ναών και υπαγωγής των Ελλήνων στην εκκλησιαστική δικαιοδοσία της Εξαρχίας. Ο ελληνισμός της Ανατολικής Ρωμυλίας πλήρωσε τα αντίποινα των Βουλγάρων για τον Μακεδονικό Αγώνα μια και διαφαίνονταν η ελληνική νίκη και, δυστυχώς, δεν είχε την οργάνωση του Ελληνομακεδονικού Κομιτάτου ώστε να υπάρχουν εκεί ένοπλοι αντάρτες που θα στήριζαν τα ελληνικά δίκαια. Μετά από αυτά τα γεγονότα του 1906, πολλοί Έλληνες έφυγαν πρόσφυγες κυρίως προς την Ελλάδα. Η κορύφωση της εξόδου θα συμβεί μετά την υπογραφή της Σύμβασης του Νεϊγί (1919) για την Ανταλλαγή των πληθυσμών, όπου περίπου 37.000 Έλληνες της περιοχής πέρασαν στην Ελλάδα, ενώ άλλοι παρέμειναν στη Βουλγαρία. Κάτω από αυτές τις συνθήκες, όσοι παρέμειναν ήταν υποχρεωμένοι να συμβιβαστούν με τους νέους όρους, σταδιακά έπαψαν να χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα και υιοθέτησαν ονόματα με βουλγαρικές καταλήξεις[7]. 

Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2015

Η ιστορία της Βοβούσας: Μετοικεσίες κατοίκων


Η πίεση των τούρκων, η τυραννική δεσποτεία του Αλή Πασά, οι ληστρικές επιδρομές, η ανέχεια, οδήγησαν στον εκπατρισμό των Βοβουσιωτών, στη φυγή και την αναζήτηση της τύχης τους σε άλλους τόπους, τόσο στο εσωτερικό του ελλαδικού χώρου, όσο και στον ευρύτερο βαλκανικό και κεντρικό ευρωπαϊκό χώρο. 

Το έτος 1817 ένα μεγάλο μέρος των κατοίκων, περίπου 120 οικογένειες, που ανήκαν στην άρχουσα τάξη της Βοβούσας, έφυγαν ομαδικά αναζητώντας καλύτερη τύχη στην ανατολική Μακεδονία και την ανατολική Ρωμυλία, όπου μία ομάδα ίδρυσε ισχυρή αποικία στην Πεστέρα, κοντά στην Φιλιππούπολη. Σύμφωνα με τις παραδόσεις ο Τάκεφ, άλλοτε πρωθυπουργός της Βουλγαρίας, είχε βοβουσιώτικη καταγωγή.[40] 

Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής επανάστασης οι Βοβουσιώτες αγωγιάτες υποχρεώθηκαν να παρέχουν τις υπηρεσίες τους στον τουρκικό στρατό. Το 1824 κατά την πολιορκία του Μεσολογγίου οι τούρκοι, τους επιστράτευσαν μαζί με 1000 φορτηγά ζώα, για τις ανάγκες των μεταφορών. Σε μία μάχη σκοτώθηκαν 18 Βοβουσιώτες που είχαν υποχρεωθεί να βοηθήσουν τους Τούρκους. Μετά από αυτό το γεγονός οι υπόλοιποι, παίρνοντας τα ζώα τους, έφυγαν κρυφά και κυνηγημένοι από τους τούρκους σοφαρίδες-ιππείς, επέστρεψαν στο χωριό τους.[41] 
Ο φόβος των αντιποίνων και η γενικότερη ανασφάλεια που υπήρχε στο Ζαγόρι ανάγκασαν το σύνολο των κατοίκων να εγκαταλείψει το χωριό. Έτσι 14 οικογένειες πήγαν στη Λαμία. Οι υπόλοιπες στράφηκαν ομαδικά προς την ανατολική Μακεδονία, στις περιοχές όπου την προηγούμενη δεκαετία είχαν εγκατασταθεί συγχωριανοί τους, περνώντας τον Αξιό ποταμό. Εκεί δεν θα μπορούσαν να συλληφθούν, αφού η δικαιοδοσία του Αλή Πασά ήταν χωροταξικά οριοθετημένη μέχρι το Βαρδάρη. Φτάνοντας στην περιοχή των Σερρών οι Βοβουσιώτες σκόρπισαν σε μικρότερες ομάδες και εγκαταστάθηκαν σε διάφορες πόλεις και κεφαλοχώρια. Οι οικογένειες των προυχόντων, των αρχικυρατζήδων και αυτών που είχαν ζωϊκό ή χρηματικό κεφάλαιο, εγκαταστάθηκαν στην πόλη των Σερρών, ενσωματώθηκαν με τους άλλους βλάχους, ανέπτυξαν αξιόλογη κοινωνική και οικονομική δράση και κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα διατηρούσαν επαφή με την ιδιαίτερη πατρίδα τους. Ενδεικτικά αναφέρεται πως ο Βοβουσιώτης στην καταγωγή υποπρόξενος της Ρωσίας στις Σέρρες Κ. Κ. Κόντος ή Κόνδος ευεργέτησε οικονομικά τους φυγάδες που επέστρεψαν και ξαναέδωσαν ζωή στη Βοβούσα. Ο Λαμπρίδης αναφέρει σχετικά: «Η παρά τον ομώνυμον ποταμόν κειμένη Βωβούσα συγκατηριθμείτο μέχρι της πτώσεως του Αλή Πασά μεταξύ των μεγαλυτέρων χωρίων, ότε, συνεχώς υπό ληστών καταπιεζομένη, διελύθη, και ούτω πολλοί ακολουθήσαντες τον προύχοντά των Χατζη-Γεώργιον, μετώκησαν πλησίον της πόλεως των Σερρών. Εκ τούτων πολλοί εις διάφορα μέρη διακρίνονται, ως ο εν Σέρραις υποπρόξενος της Ρωσίας Κ.Κ Κοντός, παρ’ ου η αναξιοπαθούσα αύτη ιδιαιτέρα του πατρίς ευηργετήθη τα μέγιστα, και ο εν Χάσκιοι της Θράκης Χατζή Σταύρος, συστήσας εκεί Σχολείον Ελληνικόν, όπερ συντελεί κατά της μυσαράς Προπαγάνδας της Ρωσσίας».[42] 
Μία άλλη ομάδα εγκαταστάθηκε στην Ηράκλεια (Κάτω Τζουμαγιά). Μικρότερες ομάδες ή και μεμονωμένες οικογένειες βρέθηκαν στη Νιγρίτα, στο Μαρμαρά Σερρών, στο Σιδηρόκαστρο, στη Ράμνα, στα Άνω Πορόια, στην Αλιστράτη, στο Μελένικο και το Νευροκόπι (σήμερα Γκότσε Ντέλτσεβ).[43] Γι’ αυτές τις μετακινήσεις οι Wace και Thompson γράφουν: «Αλλά ένα αποτέλεσμα του παρελθόντος της Βωβούσας και των όσων υπέφερε είναι ότι από καιρού εις καιρόν, πολλές οικογένειες έφυγαν από το χωριό και περιπλανήθηκαν για να βρουν νέα πατρίδα αλλού. Οι περισσότεροι πήγαν στη Δυτική Θράκη όπου εγκαταστάθηκαν στις ίδιες τις Σέρρες, στη Τζουμαγιά, που έχει τριακόσιες οικογένειες από τη Βωβούσα, στα Πορόια, στη Νιγρίτα, στο Μελένικο, στο Νευροκόπι και στην Πεστέρα της Ροδόπης».[44]

Δευτέρα 26 Οκτωβρίου 2015

Η πορεία της νίκης προς Θεσσαλονίκη - Νικόλαος Ι. Μέρτζος


Η Θεσσαλονίκη μας εορτάζει την 
103η επέτειο της απελευθερώσεώς 
της ανήμερα του Αγίου Δημητρίου 
το 1912. Ο Ελληνικός Στρατός 
επέτυχε ένα θαύμα. 

Όταν στις 5 Οκτωβρίου 1912 η Ελλάδα, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιο κήρυξαν τον πόλεμο στην Οθωμανική Αυτοκρατορία από όλες τις πλευρές, οι σύμμαχοι και ξένοι επιτελείς – ακόμη και ορισμένοι Έλληνες – δεν πίστευαν ότι η Ελλάδα θα μπορούσε ποτέ να επιτύχει όσα, ωστόσο, επέτυχε. Οι ελληνικές δυνάμεις ήσαν τουλάχιστον τρεις φορές μικρότερες των βουλγαρικών και δυό φορές μικρότερες των σερβικών. Επί πλέον, για να προελάσουν στη Μακεδονία, έπρεπε να διασπάσουν τέσσερις ισχυρότατες οχυρές στενωπούς: το Σαραντάπορο, τα Στενά Ολύμπου-Πέτρας, την Καστανιά και προς Φλώρινα-Μοναστήρι το Κλειδί (Κιλί Ντερβέν). ΄Επρεπε, επίσης, να διαβούν μεγάλα φυσικά εμπόδια όπως οι ποταμοί Αλιάκμων, Αξιός και Γαλλικός και ο απέραντος Βάλτος των Γιαννιτσών. Οι δυνάμεις των εμπολέμων κρατών ήσαν οι εξής: Ελλάδα: 110.000 πεζοί, 1.000 ιππείς και 180 πυροβόλα. Βουλγαρία: 300.000 πεζοί, 5.000 ιππείς και 720 πυροβόλα Σερβία: 220.000 πεζοί, 3.000 ιππείς και 500 πυροβόλα Μαυροβούνιο: 35.000 πεζοί και 130 πυροβόλα Οθωμανική Αυτοκρατορία: 340.000 πεζοί, 6.000 ιππείς, 850 κινούμενα πυροβόλα και 750 τοπομαχικά πυροβόλα φρουρίων. Η Ελλάδα ενήργησε σε τρία ταυτοχρόνως Μέτωπα: Μακεδονία, Ήπειρος και Αιγαίο-Ιόνιο. Νίκησε παντού. Μέσα σε 22 μόνον μέρες εισήλθε στη Θεσσαλονίκη. 

Η πορεία προς Θεσσαλονίκη υπήρξε επική. Ο Ελληνικός Στρατός της Θεσσαλίας με αποστολή του την Μακεδονία διέθετε 60.000 άνδρες με Αρχιστράτηγο τον Διάδοχο Κωνσταντίνο. Μετά σκληρότατες μάχες στις 6 Οκτωβρίου απελευθερώνεται η Τσαριτσάνη, η Ελασσόνα και η Δεσκάτη. Ο μετέπειτα Πρωθυπουργός Στυλιανός Γονατάς ήταν εκεί και μαρτυρεί: «Εισήλθομεν εις Ελασσόνα διελθόντες εκ Τσαριτσάνης, κωμοπόλεως εντελώς ελληνικής. Συνεκινήθην εκ των ενθουσιωδών εκδηλώσεων των έως τότε υποδούλων Ελλήνων της. Ένας γέρων, κλαίγοντας, εφίλει τα υποδήματα του εφίππου στρατηγού». Κλειδί της ελευθερίας τα Στενά του Σαρανταπόρου που ανέρχονται από τη Μελούνα και οδηγούν σε Σέρβια-Κοζάνη. Είναι βαρειά οχυρωμένα και, για να τα διασπάσει, ο Ελληνικός Στρατός μάχεται επικά επί τρία μερόνυχτα από τις 8 μέχρι τις 10 Οκτωβρίου. Πέφτουν κορμιά. Ο Διάδοχος Κωνσταντίνος διευθύνει την επίθεση. Γράφει: «Οι Τούρκοι κατείχαν φοβερή θέση με δυόμιση Μεραρχίες, ένα Σύνταγμα πυροβολικού και 24 κανόνια. Το Πεζικό μας επιτέθηκε με καταπληκτική γενναιότητα, έξη Συντάγματα στην πρώτη γραμμή κάτω από βροχή πυροβολισμών που, όμως, δεν τους σταμάτησαν ούτε λεπτό». Έτσι ο Ελληνικός Στρατός εκπορθεί τα Στενά, κερδίζει την πρώτη αποφασιστική νίκη και ξεχύνεται στην Άνω Μακεδονία. Απελευθερώνει διαδοχικά στις 10 τα Σέρβια, στις 11 τη Κοζάνη, στις 15 τη Πτολεμαΐδα και στις 18 προσωρινά το Αμύνταιο. Στις 15 Οκτωβρίου το Απόσπασμα Ευζώνων του Γεννάδη εισέρχεται στα Γρεβενά. Ο Βασιλεύς Γεώργιος Α΄ ακολουθεί τον νικηφόρο Στρατό. Απόγευμα της 14ης Οκτωβρίου εισέρχεται στην Κοζάνη που τον αποθεώνει σύσσωμη.

Πέμπτη 22 Οκτωβρίου 2015

Το έγγραφο ανέγερσης του νέου κτηρίου του Ελληνομουσείου Σεμλίνου (Ζέμουν)


~ Το έγγραφο ανέγερσης του νέου κτηρίου του Ελληνομουσείου Σεμλίνου (Ζέμουν)

Το κείμενο του εγγράφου αναφέρει τα εξής: 

''Κλεινών του Πλάτωνος γόνων αναθήμασι δώμα τούτο ανεγήγερται ελληνομουσείου του ενταύθα προίξ. επί κραταιού Άνακτος Φραγκίσκου Ιωσήφ του πρώτου, φιλογενεστάτων επιτρόπων Δημητρίου Βιάλλου, Γεωργίου εκ Σπίρτα και Παυσανίου Δημητριάδου, σχεδίω και τέχνη του αρχιτέκτονος Ιωσήφ Μάρξ εν έτει σωτηρίω 1877, συγκειμένης της ενταύθα ελληνικής κοινότητος εκ των επομένων μελών: 
Δημητρίου Βιάλλου, Γεωργίου εκ Σπίρτα, Κωνσταντίνου εκ Σπίρτα, Παυσανίου Δημητριάδου, Γρηγορίου Χαρίση, Κωνσταντίνου Α. Πέτροβηκ, Πέτρου Ζ. Λέκκου, Κωνσταντίνου Σπίδα, Στεφάνου Γέσσιου, Νικολάου Βάλκου, Αντωνίου Ζλάτκου
εχούσης διδάσκαλον τον Οδυσσέα Μαυράκην.''

[Πηγή: Miodrag Dabižić, π.βλ. εδώ]


Miodrag Dabižić: Kuća Grčkog obrazovnog bratstva - poslastičara Abijana



Темељна повеља почиње свечаним речима да чувени потомци Платона прилажу овај дом Грчкој школи (елиномусион), која се гради у време моћног императора Франца Јозефа Првог и племенитих чланова Димитрија Бијала, Георгија пл. (фон) Спирта и Паусанија Димитријадиса, према пројекту уметничког (вештог) градитеља Јозефа Маркса (Маrx) лета Господњег (спасоносне) 1877. и овде основане грчке заједнице – њених представника: Димитрије Бијало (Βιάλλоς), Георгије пл. Спирта (Σπίρτας), Константин пл. Спирта, Паусаније Димитријадис (Δημητριάδης), Григорије Харис (Χαρίσης), Константин А. Петровић (Пετροβίк), Петар З. Леко (Λέκκου), Константин Спида (Σπίδας), Стеван Гешос (Гέσσιоς), Никола Валко (Βάλκος), Антоније Златкос (Ζλάτκος). Текст записа завршава се податком да је Грчко образовно братство имало једног учитеља – Одисеја Мавракиса (Μαυράκης).

~ Celi članak:

Cincari: Širenje grčke kulture u srpskim zemljama (video)