Τετάρτη 17 Δεκεμβρίου 2014

Ο χοροδιδάσκαλος Γιάννης Τσιαμήτρος δίδαξε χορούς της ορεινής Ημαθίας


Ο Τσιαμήτρος Γιάννης, χοροδιδάσκαλος και γραμματέας του Πολιτιστικού Ομίλου Ξηρολιβάδου (ΠΟΞ), δίδαξε την Κυριακή (14-12-2014) χορούς και τραγούδια από την ορεινή Ημαθία (Βλάχοι Βερμίου και Ημαθιώτικα Πιέρια) σε σεμινάριο, που διοργάνωσε το Κέντρο Ερεύνης και Προβολής της Εθνικής Μουσικής (Κ.Ε.Π.Ε.Μ.) με τον διακριτικό τίτλο «Μουσικό, Λαογραφικό και Φιλολογικό Αρχείο Σίμωνος και Αγγελικής Καρά».

Πρέπει να σημειωθεί ότι στην διδασκαλία υπήρχε ζωντανή μουσική με τον 79χρονο γκαϊντατζή Θανάση Γριάτσανο από το Δάσκιο Ημαθίας, ο οποίος ενθουσίασε τους μετέχοντες στο σεμινάριο.

Η όλη εκδήλωση στέφτηκε με απόλυτη επιτυχία, καθώς, εκτός του πρακτικού μέρους, υπήρξε και εισήγηση του Γ. Τσιαμήτρου με λεκτικο-οπτικο-ακουστικό υλικό, σχετικά με τα ιστορικά και λαογραφικά στοιχεία των διδαχθέντων περιοχών.

Τρίτη 16 Δεκεμβρίου 2014

Κάλαντα και Χριστόψωμα στην παλιά Φλώρινα


Χριστόψωμα της Φλώρινας φτιαγμένα
από την Σία Μεκάση
Του Δημήτρη Μεκάση

Και όσο πλησίαζαν τα Χριστούγεννα, οι ετοιμασίες ήταν ατελείωτες. Όλοι ψώνιζαν για να είναι το σπίτι γεμάτο τις άγιες αυτές ημέρες. Όλοι χαίρονταν με την σκέψη και μόνο ότι πλησιάζει η μεγάλη γιορτή, που ζέσταινε τις ψυχές τους στην μέση του χειμώνα. Αναμονή και προσμονή. Περισσότερο όμως για τα παιδιά, που γι αυτά τα κάλαντα των Χριστουγέννων ήταν τότε κάτι διαφορετικό. Ήταν κάτι που περίμεναν όλο τον χρόνο. Ήθελαν να χτυπήσουν κάθε πόρτα των σπιτιών της γειτονιάς και να αναγγείλουν το χαρμόσυνο μήνυμα ψέλνοντας: «Καλήν ημέραν άρχοντες…» μέσα στην παγερή πόλη. Τα δρομάκια χιονισμένα, οι πάγοι να κρέμονται από τα κεραμίδια και το κρύο να κοκκινίζει τις μύτες και τα αυτιά. Και όμως οι μικροί καλαντιστές δυο, δυο και τρεις, τρεις, απτόητοι από το κρύο του χειμώνα και μάλλον χαρούμενοι από την προσμονή των άγιων ημερών, έλεγαν τα κάλαντα και πέρα από τα όρια της γειτονιάς. Τα φτωχά παιδιά άρχιζαν τα κάλαντα από το πρωί και τελείωναν το βράδυ. Περνούσαν από όλα σχεδόν τα σπίτια, για να μαζέψουν όσο γινόταν περισσότερες πεντάρες, δεκάρες και πενηντάλεπτα, αλλά και ότι άλλο τους έδιναν οι νοικοκυρές. Και έδιναν τότε με την καρδιά τους, καθώς τα Χριστούγεννα τα ένοιωθαν διαφορετικά. Τηρούσαν τα έθιμα, που βασίζονταν στην χριστιανική αγάπη. 

Τα κάλαντα των Χριστουγέννων άρχιζαν το επόμενο πρωί μετά το άναμμα των Φωτιών. Στα χρόνια της τουρκοκρατίας οι Φωτιές άναβαν στις εφτά το πρωί, επειδή οι Τούρκοι δεν επέτρεπαν να ανάψουν τα μεσάνυχτα. Οι Φωτιές τότε ήταν μικρές. Μετά το άναμμα της πρωινής φωτιάς, όλα τα παιδιά σκορπούσαν να πουν τα κάλαντα στα σπίτια της γειτονιάς.
Από το προηγούμενο βράδυ άρχιζαν οι νοικοκυρές τις ετοιμασίες τους, έτσι ώστε το πρωί όλα να είναι έτοιμα, για να δώσουν στα παιδιά που θα τους πουν τα κάλαντα. Ζύμωναν για να φτιάξουν τα Χριστόψωμα. Έκαμναν μια μπάλα όσο η χούφτα τους και την πατούσαν να γίνει επίπεδη. Μετά με το μαχαίρι έκοβαν το ζυμάρι και έδιναν διάφορα σχήματα. Το ζυμάρι που αφαιρούσαν, το πρόσθεταν πάνω στο βασικό σχέδιο, έτσι που να γίνει ανάγλυφο. Με αυτόν τον τρόπο έφτιαχναν την Παναγιά με τον νεογέννητο Χριστό στην αγκαλιά. Επίσης ο νεογέννητος Χριστός στην φάτνη. Άλλο σχέδιο ήταν ο Ιωσήφ με την γκλίτσα του, και τα περισσότερα ήταν σαν κουκουβάγιες, με σχέδια, όπως αυτά των ανθεμίων. Τέλος, τα έψηναν στον φούρνο όπως το ψωμί και τα τύλιγαν σε μια πετσέτα για να διατηρηθούν αφράτα. Αυτά ήταν τα Χριστόψωμα της πόλης της Φλώρινας. Τα Χριστόψωμα όμως δεν ήταν και πολλά. Αυτά τα έφτιαχναν για τα παιδιά των συγγενών, των φίλων και των γειτόνων. Οι νοικοκυρές που κατάγονταν από το Πισοδέρι και το Μοναστήρι έφτιαχναν τα πιο ωραία Χριστόψωμα. Ίσως από αυτές τις νοικοκυρές διαδόθηκε το έθιμο αυτό και στις άλλες νοικοκυρές της πόλης της Φλώρινας.
Επίσης οι νοικοκυρές έβραζαν σε μια μεγάλη κατσαρόλα τα κάστανα. Ζεστά κάστανα μοίραζαν στις χούφτες των παιδιών, που έλεγαν τα κάλαντα, για να τους ζεστάνουν τα παγωμένα χέρια τους. Τα παιδιά έτρωγαν μερικά από αυτά και άλλα έβαζαν στις τσέπες τους για να τα φάνε αργότερα. Οι νοικοκυρές πολλές φορές τους έδιναν και ξερά σύκα και καμιά φορά και κανένα μανταρίνι. 

Διεθνή Μουσικά Βραβεία Gina Bachauer - Νικολάου Δούμπα




ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΔΙΕΘΝΗ ΜΟΥΣΙΚΑ ΒΡΑΒΕΙΑ GINA BACHAUER 2014 (ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΜΟΥΣΙΚΟΥ ΣΩΜΑΤΕΙΟΥ GINABACHAUER)

ΔΙΕΘΝΗ ΒΡΑΒΕΙΑ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΔΟΥΜΠΑ (ΣΥΝΔΕΣΜΟΥ ΑΝΑΒΑΘΜΙΣΗΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΥ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΙΚΟΥ ΚΕΝΤΡΟΥ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ)

ΣΥΝΑΥΛΙΑ ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΩΝ ΥΠΟΤΡΟΦΩΝ

Πέμπτη 18 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00, Ίδρυμα Ευγενίδου

Τελευταία και κορυφαία εκδήλωση του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, στο πλαίσιο του εορτασμού της συμπλήρωσης 35 χρόνων από την ίδρυσή του, αποτελεί η Τελετή Απονομής Βραβείων Gina Bachauer και η Συναυλία Βραβευμένων Υποτρόφων του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer. Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί στις 18 Δεκεμβρίου, ώρα 19.00, στο Ίδρυμα Ευγενίδου, Λ. Συγγρού 387 (Είσοδος από Πεντέλης 11).

Τα Βραβεία απονέμονται από το Διεθνές Μουσικό Σωματείο Gina Bachauer και από τον Σύνδεσμο Αναβάθμισης Ιστορικού & Εμπορικού Κέντρου Αθήνας. Η εκδήλωση πραγματοποιείται σε συνεργασία με τον Ελληνοελβετικό Σύνδεσμο « Ι. Εϋνάρδος» και τον Σύνδεσμο Αναβάθμισης Ιστορικού & Εμπορικού Κέντρου Αθήνας. Τελεί υπό την αιγίδα της Πρεσβείας της Ελβετίας στην Ελλάδα. Στο τέλος της συναυλίας, θα ακολουθήσει δεξίωση. Η είσοδος είναι ελεύθερη για το κοινό.

Συνέλευση Νεολαίας Συνδέσμου Ορθοδόξων Αλβανίας


Περίπου 380 νέοι και νέες, ηλικίας από 18 - 30 ετών, αντιπρόσωποι νεανικών ομάδων από διάφορες πόλεις της Αλβανίας, συνήλθαν το Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014 στο Πολιτιστικό Κέντρο του Καθεδρικού Ναού της Αναστάσεως του Χριστού στα Τίρανα, για την αρτιότερη οργάνωση του «Συνδέσμου Ορθοδόξου Νεολαίας της Αλβανίας». Ο Σύνδεσμος, που έχει συσταθεί σύμφωνα με το Καταστατικό της Ορθοδόξου Αυτοκεφάλου Εκκλησίας της Αλβανίας, έχει ως σκοπό την ενεργό συμμετοχή των νέων στην ζωή της Εκκλησίας, την καλλιέργεια της φιλίας, την καλύτερη γνώση της Ορθοδόξου πίστεως, την χριστιανική μαρτυρία και διακονία.

Με συντονιστή τον Επίσκοπο Απολλωνίας κ. Νικόλαο η Συνέλευση περιλάμβανε δυο μέρη: Στο πρώτο, νεανικές ομάδες από διάφορες πόλεις παρουσίασαν εορταστικό χριστουγεννιάτικο πρόγραμμα. Στο δεύτερο μέρος ο Αρχιεπίσκοπος κ. Αναστάσιος ανέπτυξε το θέμα: «Αναζητώντας τέσσερεις μεγάλες αξίες ζωής» με αφετηρία τον στίχο του T.S. Eliot «Πού είναι η σοφία, που έχουμε χάσει στην γνώση; Πού είναι η γνώση, που έχουμε χάσει στην πληροφόρηση;» και συνοψίζοντας κατέληξε: «Εύχομαι η ζωής σας να είναι μια συνεχής ανάβαση από την απλή πληροφόρηση στη συστηματική γνώση. Από την γνώση στην σοφία, την «άνωθεν κατερχομένην». Μια αδιάκοπη ανάβαση από τον εγωκεντρισμό στην αληθινή ελευθερία. Από ανεύθυνες ερωτοτροπίες, στο γνήσιο και ευλογημένο από τον Θεό έρωτα, και κυρίως στην ουσιαστική βίωση της χριστιανικής αγάπης. Ένα τελικό άλμα από την μηχανική συμμέτοχή στις θρησκευτικές τελετές προς τη ζωντανή πίστη στο Θεό, οπού το Άγιο Πνεύμα σφραγίζει τη ζωή μας με το φως, τις ενέργειες, τη δύναμη Του. Μια πίστη, η οποία ανοίγει την ύπαρξη μας στο άπειρο, με την παρουσία Εκείνου, που είναι Αγάπη, του Χριστού, που είναι το παν.»

Στη συνέχεια ο Επίσκοπος Βύλιδος κ. Άστιος ενημέρωσε τα μέλη της Συνελεύσεως για τον τρόπο διεξαγωγής των αρχαιρεσίων και ακολούθησε η εκλογή των μελών της Εκτελεστικής Επιτροπής από τον κατάλογο υποψηφίων ο οποίος προτάθηκε απ’ ευθείας από τους παρευρισκομένους σε τέσσερις ομάδες: της Αρχιεπισκοπής και των τριών Μητροπόλεων.

Τέλος η εκλεγείσα Εκτελεστική Επιτροπή αποτελουμένη από 13 μέλη (7 νέους και 6 νέες), συνήλθε στο γραφείο του Αρχιεπισκόπου ο οποίος τόνισε ότι οι Ορθόδοξοι νέοι οφείλουν να διαδραματίζουν υπεύθυνο, ανανεωτικό και πρωτοπόρο ρόλο μέσα στην Εκκλησία.

Το αντάρτικο κίνημα του 1896 στη Μακεδονία


Τὸ ζήτημα τῶν ἑλληνικῶν ἐδαφικῶν διεκδικήσεων στὸ μακεδονικὸ χῶρο στὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώνα καὶ ἡ τύχη τοῦ ἑλληνισμοῦ τῆς Μακεδονίας κατὰ τὴν ἴδια χρονικὴ περίοδο ἦταν ἄμεσα συνδεδεμένο μὲ τοὺς στόχους τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας, ἡ ὁποία ἰδρύθηκε τὸ 1894 καὶ ἀποτέλεσε τὸ ἀπαραίτητο ἀντίβαρο στὴ χλιαρὴ καὶ ἄτολμη ἐξωτερικὴ πολιτικὴ τοῦ ἑλληνικοῦ κράτους.
Τὰ ἐπαναστατικὰ σχέδια τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας καὶ τοῦ μακεδονικοῦ κομιτάτου δὲν ἄφησαν ἀδιάφορους τοὺς μάχιμους πυρῆνες τοῦ μακεδονικοῦ ἑλληνισμοῦ. Πολλοὶ ἀπὸ τοὺς πρωταγωνιστὲς τῆς ἐπανάστασης τοῦ 1878, εἶχαν καταφύγει στὴ Θεσσαλία καὶ σὲ σύντομο χρονικὸ διάστημα κατάρτισαν μὲ τὴ συνδρομὴ τῆς Ἐθνικῆς Ἐταιρείας ἔνοπλα σώματα, ποὺ πέρασαν στὴ Μακεδονία γιὰ νὰ συνεχίσουν ἐκεῖ τὴ δράση τους.

Μπρούφας Αθανάσιος
Τὸ πρῶτο ἑλληνικὸ ἀντάρτικο σῶμα, τὸ ὁποῖο συγκροτήθηκε στὶς ἀρχὲς Ἰουλίου τοῦ 1896, ἀποτελέστηκε ἀπὸ 89 ἄντρες μὲ ἀρχηγὸ τὸν Ἀθανάσιο Μπρούφα ἀπὸ τὸ Παλιοκρίμινι τοῦ Βοΐου καὶ ὑπαρχηγοὺς τοὺς Μακεδόνες Δημήτριο Καναβό, Τάκη Νάτσιο (Περήφανο), Ἰωάννη Γεωργαντᾶ, Ἰωάννη Τσάμη, Βασίλειο Οἰκονόμου καὶ Λάζο Βαρζῆ. Τὸ ἀντάρτικο αὐτὸ σῶμα τοῦ Μπρούφα, συγκρούστηκε γιὰ πρώτη φορὰ μὲ τουρκικὸ λόχο στὶς δυτικὲς ὑπώρειες τοῦ Βερμίου, στὸ Ξερολίβαδο (Καρὰ-τσαΐρ) καὶ νίκησε. Αὐτὴ ἡ ἑλληνικὴ νίκη προκάλεσε πανικὸ στὶς ντόπιες τουρκικὲς ἀρχὲς καὶ ἰδιαίτερη αἴσθηση στοὺς σκλαβωμένους Ἕλληνες τῆς Μακεδονίας.

Λίγο ἀργότερα, ὕστερα ἀπὸ μία νέα σύγκρουση τοῦ Μπρούφα στὴ θέση Καρατᾶς, στὴν κορυφὴ τοῦ Βερμίου, μὲ τουρκικὸ ἀπόσπασμα καὶ καταδιωκόμενο, τὸ σῶμα διασπάστηκε σὲ δύο ὁμάδες. Ὁ Λάζος Βαρζῆς, ὁ Τάκης Νάτσιος καὶ ὁ Ἰωάννης Τσάμης μὲ 40 παλληκάρια βάδισαν πρὸς τὴ Φλώρινα, ὅπου χωρίσθηκαν σὲ τρία τμήματα, ἐνῶ ὁ Μπρούφας μὲ τοὺς ἀρχηγοὺς Ἰωάννη Γεωργαντᾶ καὶ Βασίλειο Οἰκονόμου κατευθύνθηκαν στὴ Βόρειο Μακεδονία, γιὰ νὰ διακηρύξουν ἐκεῖ τὴν ἑλληνικὴ παρουσία καὶ νὰ ἀντιμετωπίσουν τὰ βουλγαρικὰ ἀντάρτικα σώματα. Ἡ πορεία τοῦ σώματος τοῦ Μπρούφα (Βέροια – Νάουσα – Ὄστροβο – Μορίχοβο – Καφαντᾶρ) ὑπῆρξε περιπετειώδης, ἐνῶ ταυτόχρονα διασπάστηκε σὲ μικρότερες ὁμάδες ποὺ συγκρούονταν μὲ τὸν τουρκικὸ στρατό, δημιουργῶντας μὲ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴν ἐντύπωση πολυάριθμου στρατοῦ.

Δευτέρα 15 Δεκεμβρίου 2014

Μοσχόπολις - Φάνης Μιχαλόπουλος


Πόσο λίγο ταξιδεύουμε στὰ Βαλκάνια!! Κι ὅμως ὅσοι εἶχαν τὴν ἔμπνευση καὶ τὴν περιέργεια νὰ περιηγηθοῦν ἢ κι ἁπλῶς νὰ ἐπισκεφθοῦν τὴν κεντρικὴ Μακεδονία κι ἰδίως τὰ μέρη γύρω στὶς μεγάλες λίμνες τῆς Ἀχρίδας, τῆς Πρέσπας, τῆς Καστοριᾶς, τοῦ Ὀστρόβου, καθὼς καὶ τῆς Μαλίκης, αἰσθάνθηκαν μίαν ἀπὸ τῆς ζωηρότερες καὶ βαθύτερες ἐκπλήξεις. Οἱ περιοχὲς αὐτές, μὲ τὰ καταγριὰ καὶ γραφικὰ βουνά, μὲ τὶς ἀπότομες κι ἀπρόσιτες κλεισοῦρες, μὲ τὰ φαράγγια, μὲ τὶς πρόσχαρες κοιλάδες, μὲ τὶς πηγές, μὲ τὰ ποτάμια καὶ πρὸ πάντων μὲ τὶς ἐξαίσιες λίμνες τους, ἀποτελοῦν τὰ μαγευτικότερα τοπία τῆς Βαλκανικῆς κι ἴσως καὶ τῆς Εὐρώπης. Ἡ Ἀχρίδα εἶναι μία ἀπὸ τὶς ὡραιότερες λίμνες τοῦ κόσμου καὶ μονάχα μὲ κείνη τῆς Γενεύης μπορεῖ νὰ παραβληθεῖ. Τὰ νερὰ τῆς εἶναι τόσο διάφανα καὶ κρυστάλλινα, ἑνὸς τέτοιου ἀσπρογάλαζου χρωματισμοῦ, μ’ ἀποχρώσεις, ποῦ κάθε στιγμὴ κι ἀλλάζουν, ὥστε ὅλοι ὅσοι τὴν περιηγήθηκαν ἔμειναν σὰ σαστισμένοι ἀπὸ τὴν ἀνείπωτη γοητεία της. Ἀπὸ τοὺς δικούς μας ὁ Καρμίτσης ὁ Δήμιτσας κι ἄλλοι· ἀπὸ τοὺς ξένους ὁ Πουκεβίλλ, ὁ Μπωζούρ, ὁ Ἀμὶ Μπουέ, ὁ Χᾶν κι ἄλλοι δὲν βρίσκουν λέξεις γιὰ νὰ τὴν ὑμνήσουν. Ἀλλὰ καὶ τὰ γύρωθε λεκανοπέδια κι οἱ πλαγιὲς τῆς περιοχῆς αὐτῆς προσφέρουν μίαν ἐκπληκτικὴ θέα στὸν ἐπισκέπτη ἢ τὸ στρατοκόπο, ποῦ δὲν περιμένει ποτὲ πὼς ἐκεῖ ψηλὰ καὶ σ’ ἕνα ὑψόμετρο, ποὺ κυμαίνεται ἀνάμεσα στὰ 800 καὶ 1000 μέτρα, στὸ κέντρο τῆς Μακεδονίας, μπορεῖ νὰ νοιώσει τόσες συγκινήσεις ποὺ τοῦ δίνει ἡ γύρω θαυμαστὴ φύση.

Σ’ ἕνα τέτοιο λεκανοπέδιο 1200 μέτρων πάνω ἀπὸ τὴν ἐπιφάνεια τῆς θάλασσας καὶ σ’ ἀπόσταση πέντε ὡρῶν ἀπὸ τὴ λίμνη τῆς Ἀχρίδας κᾶ τριῶν ἀπὸ τὴν Κορυτσὰ εἶναι χτισμένη ἢ καλλίτερα ἦταν χτισμένη ἢ περίφημη Μοσχοπόλι, σὲ μία παραφυάδα τοῦ Τομάρι, τὴν Ὄπαρη. Ἡ τοποθεσία τῆς ἄλλοτε θάταν μοναδικὴ μὲ τὰ δασωμένα γύρω βουνά, μὲ τὶς λευκὲς ποῦσαν φυτεμένες στὶς ὄχτες τῶν τριῶν ποταμῶν, ποὺ διέσχιζαν τὴν πόλη καὶ τὴν ἄλλη πλούσια βλάστηση τοῦ κάμπου της. «Ἢ Μοσχοπόλι, γράφει κάποιος, ποῦ πιθανῶς τὴν γνώρισε, εἶναι πόλι μεγάλη καὶ ὄμορφη, ἀνάμεσα εἰς βουνά, εἰς μίαν πεδιάδα χαριέστατη, καταρρυτη ἀπὸ νερὰ θαυμάσια Τρέχουν ἀπὸ μέσα τῆς τρεῖς ρύακες, οἱ ὅποιοι χύνονται εἰς ἕνα ποταμό, ὅπου ἀπερνὰ ἀπὸ κάτω της πρὸς τὸ Βορρᾶ. Ὃ ἀέρας τῆς εἶναι καθαρότατος καὶ ὑγιεινότατος καὶ τεκμήριο εἶναι οἱ ἄνθρωποι, ὅπου εἶναι σχεδὸν ὅλοι ὄμορφοι, ἀσπροκόκκινοι καὶ εὐεκτικοί. Τὰ πέριξ βουνὰ εἶναι χαριέστατα, κατάφυτα ἀπὸ πεύκους καὶ ἐλάτια ὑψηλότατα». Δυστυχῶς σήμερα τὰ βουνὰ ἔχουν ἀποψιλωθεῖ, τὰ ποτάμια τρέχουν ἀνάμεσα σὲ λευκὲς πέτρες κι’ ο κάμπος εἶναι σχεδὸν ἀκαλλιέργητος. Ἡ σύγχρονη Μοσχοπόλι δίνει τὴν ἐντύπωση μίας ἐρειπωμένης νεκρουπόλεως, μὲ τὶς λίγες καλύβες της καὶ τὰ πολλά της χαλάσματα. Κι ὅμως στὴν ἀνατολικὴ πλευρὰ τῆς Ὄπαρης καὶ κλιμακωτὰ χτισμένη, σὲ τρεῖς διαδοχικὲς σειρὲς σπιτιῶν βρίσκονταν ἡ Μοσχοπόλι, ποὺ περνοῦσε σὰν ἄλλη Ἀθήνα τῶν χρόνων τῆς τουρκοκρατίας μὲ τὶς πολλὲς χιλιάδες τῶν κατοίκων της, μὲ τὸ λαμπρὸ κοινοτικό της σύστημα, μὲ τὶς ὀργανωμένες συντεχνίες της, μὲ τὴ θαυμαστὴ βιοτεχνία τῶν χαλιῶν κι ἄλλων μάλλινων εἰδῶν, ὀνομαστῶν στὴν Ἀνατολὴ καὶ στὴν Εὐρώπη, μὲ τὰ φημισμένα σχολειά της, μὲ τὶς ἰδιόρρυθμες καὶ μεγάλες ἐκκλησιές της, ὑποδείγματα ἀρχιτεκτονικῆς στὰ Βαλκάνια καὶ μὲ τὰ πλούσια ἰδιωτικὰ σπίτια της, τὰ καλλίτερα τῆς Εὐρωπαϊκῆς Τουρκίας. Βλέποντας κανεὶς τὴ σημερινὴ κατάντια τοῦ τόπου, μονάχα μὲ τὴ φαντασία, μὲ τὶς ἀναπαραστάσεις τῶν παλαιῶν περιγραφῶν καὶ μὲ τὴ βοήθεια τῶν ἀξιόπιστων πηγῶν, μπορεῖ νὰ συλλάβει τὸ τί ὑπῆρξε στὴν ἀκμή της ἡ Μοσχοπόλι. Μὲ τὴ συνδρομὴ τῶν τριῶν αὐτῶν στοιχείων, ἂς προσπαθήσουμε νὰ παρασύρουμε τὸν ἀναγνώστη στὸν ἱστορικό μας περίπατο στὴ θρυλικὴ Μοσχοπόλι.
(Από τον πρόλογο του συγγραφέα)

Η σημασία και ο ρόλος των πολιτιστικών συλλόγων χθες-σήμερα και η σχέση τους με την πολιτεία


Tου Γ. Γκόντη

Στην εικοσαετία που μας πέρασε, οι μεγαλύτεροι θυμόμαστε πιο έντονα τα ήθη και έθιμα του τόπου μας. Τα θυμόμαστε έτσι ακριβώς όπως τα ζούσαμε στο σπίτι, στην γειτονία, στην πλατεία του χωριού μας, από τους γονείς, από τους παππούδες μας και από όλο τον κόσμο. Τα τελευταία χρόνια όλα αυτά τείνουν να χαθούν. Οι μόνοι αρωγοί και εκφραστές της προσπάθειας για την διατήρηση της παράδοσης θ’ έλεγα ότι έχουν μείνει οι Πολιτιστικοί Φορείς. Αυτοί κρατούν το όνομα του τόπου ζωντανό μέσα από τις πολιτιστικές εκδηλώσεις τους.
Η χώρα μας ίσως είναι η μοναδική χώρα στον κόσμο όπου τα μέλη της, ασχολούνται με τους πολιτιστικούς συλλόγους αφιλοκερδώς. Αυτό έχει προκαλέσει μεγάλη κατάπληξη στο εξωτερικό και πρέπει να είμαστε περήφανοι για αυτήν την μοναδικότητα. Οι Πολιτιστικοί Φορείς, είναι αυτοί που συγκεντρώνουν στοιχεία του παρελθόντος, ξαναζωντανεύουν τις παραδόσεις, μας δίνουν πληροφορίες για τους χορούς, τις φορεσιές, τους γάμους τον καθημερινό τρόπο ζωής. Μ΄ αυτά μεγάλωσαν γενεές και γενεές ως τώρα.
Οι περισσότεροι Σύλλογοι στους σκοπούς ίδρυσης των αναφέρονται λίγο πολύ στα εξής : Διάσωση και διατήρηση της λαϊκής παράδοσης, εκμάθηση παραδοσιακών χορών, δημιουργία τμημάτων θεάτρου, ζωγραφικής, γυμναστικής. Επίσης οργάνωση χορευτικών εκδηλώσεων, καθώς και η ανταλλαγή πολιτιστικών ιδεών.
Τα τελευταία χρόνια στράφηκαν και στην οργάνωση ενημερωτικών συζητήσεων διαλέξεων και δράσεων, σε κοινωνικά, ιατρικά και σε άλλα θέματα της επικαιρότητας που ενδιαφέρουν τους κατοίκους της περιοχής των .
Η τελευταία δεκαετία ήταν η δεκαετία των αλλαγών. Αλλαγές τόσο στα αστικά κέντρα όσο και στην ύπαιθρο.
Οι νέες τεχνολογίες στον τομέα επικοινωνίας (κινητή τηλεφωνία, το internet, κλπ) όπως ήταν φυσικό επηρέασαν και έφεραν και τους Συλλόγους μεταξύ τους ακόμα πιο κοντά.
Η διάνοιξη νέων οδικών αρτηριών, η συνένωση των Δήμων και Κοινοτήτων στην αρχή με το σχέδιο «Καποδίστριας» και αργότερα με το σχέδιο «Καλλικράτης», έφεραν τον κόσμο με διαφορετικές τοπικές κουλτούρες, σε ακόμη πιο στενή επαφή με τους κατοίκους άλλων περιοχών. Αυτό λειτούργησε αλλού θετικά αλλά και σε πολλές περιπτώσεις αρνητικά. Γιατί δημιούργησε τοπικές αντιθέσεις, αντιπαραθέσεις, κακό ανταγωνισμό, έχθρα, και ζήλιά.
Οι πολιτιστικοί σύλλογοι ήταν οι μόνοι που με τις πολιτιστικές τους εκδηλώσεις μπόρεσαν και άμβλυναν αυτές τις αντιθέσεις. Οδήγησαν τον κόσμο στην συνύπαρξη και συνεργασία. Γιατί ο πολιτισμός ενώνει.
Η παγκοσμιοποίηση και όλες οι βαθιές αλλαγές σε διαφόρους τομείς που την ακολούθησαν και την ακολουθούν, επηρεάζουν και αλλάζουν τις πολιτιστικές ιδέες. Και εδώ φαίνεται ο ρόλος των πολιτιστικών φορέων που είναι οι θεματοφύλακες των παραδοσιακών αξιών. Παράγουν πολιτισμό, φυλάσσουν και μεταδίδουν την παράδοση. Είναι οι εκφραστές της τοπικής παράδοσης.

Κυριακή 14 Δεκεμβρίου 2014

Τα Μαρτύρια των Ελλήνων: Εν Μοναστηρίω - Εφημερίδα Μακεδονία, 13-2-1916


Εφημερίδα ''Μακεδονία''
Σάββατον, 13 Φεβρουαρίου 1916

(σελ. 2)

Τα Μαρτύρια των Ελλήνων
Εν Μοναστηρίω

Η κατάστασις των εν Μοναστηρίω και τοις πέριξ Ελλήνων είναι οικτρότατη. Πάντες όσοι είχον υπηρετήσει κατά τον εθνικόν Μακεδονικόν αγώνα, καθώς και όσοι διετέλεσαν εσχάτως εις την σερβικήν υπηρεσίαν, υπέστησαν ανηκούστους βιαιοπραγίας. 
Ο προύχων του Τυρνόβου Καραμηνάς εξωρίσθη, δέ οι αι οικείαι των φυγόντων ένεκα φόβου εις το Ελληνικόν έδαφος διηρπάγησαν και εν γένει δε υπάρχειν έλλην εις τα καταληφθέντα υπό των βουλγάρων εδάφη ο οποίος να μη έχει υποστή τας συνεπείας της βουλγαρικής αγριότητος.
Οι Γερμανοί απαθέστατα παρακολουθούν τας βιαιοπραγίας των Βουλγάρων. Εσχάτως απηλάθησαν εκ Μοναστηρίου οι ομογενείς Γ. Καραμηνάς, Παντελής Ζάλλης, αδελφός του προ ημερών απελαθέντος Αναστ. Ζάλλη και εφυλακίσθησαν οι κ. Κ. Δόγας, Δ. Ανέστης και Β. Χατζή Παντελής.
Οι κάτοικοι υπεφέρουν εκ της ελλείψεως τροφίμων, κυριολεκτικώς δέ μαστίζονται υπό της πείνης.

Σάββατο 13 Δεκεμβρίου 2014

Αχρίδα - Περιηγητές της Μακεδονίας: Victor Berard


Αχρίδα
''Κάτω στην άκρη της λίμνης και στην καρδιά της βουλγαρικής συνοικίας μια παλιά βασιλική της Αγίας Σοφίας είχε γίνει τζαμί κι έπειτα εγκαταλείφθηκε, όπως και το τζαμί της κορφής. Άλλοτε τη βασιλική αυτή την περικύκλωνε η ελληνική συνοικία. Πριν τριάντα χρόνια ακόμη η Αχρίδα είχε 200-300 ελληνικά σπίτια (1.000-1.500 άτομα). Οι Έλληνες όμως εκτοπίστηκαν σιγά σιγά από τους Βουλγάρους. Έχουν απομείνει μόνο είκοσι τριάντα φτωχές οικογένειες, που δεν μπορούν να μετοικήσουν. Την παρακμή του ελληνισμού πρέπει να την αποδώσουμε σε δύο κατηγορίες αιτιών, σ’ αυτά που είναι παλιά και προσιδιάζουν στην Αχρίδα και στα εντελώς πρόσφατα, που είναι κοινά σε όλες τις μακεδονικές πόλεις. 
Στα 1850 οι Έλληνες της Αχρίδας ήσαν πάμπλουτοι. Είχαν στα χέρια τους το μεγαλεμπόριο των γουναρικών. Ηπειρώτες, Θεσσαλονικιοί, Αιγαιοπελαγίτες, Βλάχοι απ’ το Μοναστήρι και την Κοριτσά, Αρβανίτες, συναποτελούσαν ένα ενιαίο χριστιανικό λαό που τον ένωναν οι ίδιες ανατάσεις προς την Αθήνα και τη Μεγάλη Ιδέα και που εκμεταλλευόταν το Σλάβο με τη βιομηχανία και το Μουσουλμάνο με τη τοκογλυφία. Στα 30-40 εργαστήρια τους έκοβαν και έραβαν τη γούνα της ντόπιας βύδρας, τα δέρματα που έρχονταν από τις γειτονικές λίμνες ή τα γουναρικά της Κωνσταντινούπολης και της Ρωσίας. Οι γούνινες κάπες που τόσο αγαπούν οι γέροι Τούρκοι, τα καφτάνια που φορούν οι χριστιανές και εβραίες γυναίκες, έβγαιναν όλα σχεδόν από την Αχρίδα. Η σλαβική συνοικία προμήθευε τους εργάτες και η ελληνική σόδιαζε τα κέρδη. Οι Έλληνες άρχισαν να αγοράζουν γη. Το σχολείο ήταν ελληνικό και οι γιατροί Αθηναίοι ή Έλληνες του «εσωτερικού». Οι νέοι πήγαιναν για σπουδές στο Πανεπιστήμιο της Αθήνας. Ποιος μιλούσε τότε για Βουλγαρία; 
Ο ευρωπαϊκός, αυστριακός προπάντων και ρωσικός, ανταγωνισμός σκότωσε απότομα το εμπόριο αυτό. Η γούνα του σαμαριού και της γκρίζας αλεπούς σταματούσε τώρα στην Οδησσό κι έφτανε στην Τουρκία κατεργασμένη. Παράλληλα το λαγοτόμαρο και οι φτηνές γούνες της Τεργέστης κατέβαζαν τις τιμές των καφτανιών και των γούνινων πανωφοριών. Οι Έλληνες υποχρεώθηκαν ένας ένας να κλείσουν τα εργαστήριά τους. Πήγαν και εγκαταστάθηκαν, με την άνετη κινητικότητά τους, στα κέντρα παραγωγής και αγοράς, στην Τεργέστη, στην Οδησσό και το Βουκουρέστι. Πίσω τους όμως η ελληνική σπορά που είχαν αφημένη στο έδαφος, εξακολοθούσε να καρποφορεί, όταν κάποτε, γύρω στα 1864-1866, εμφανίσθηκαν ξένοι, Ρώσοι που μιλούσαν για θρησκεία βουλγαρική, για μεγάλη Βουλγαρία, για καταπίεση των Σλάβων και πως ως ενίσχυση των λόγων τους έδιναν και κουδουνιστά επιχειρήματα, ένα πιάστρο (δύο δεκάρες) στο ζητιάνο και εκατό λίρες (2.300 φράγκα) στον τίμιο άνθρωπο. Κι έτσι δημιουργήθηκε βουλγαρικό κόμμα. 

Παρασκευή 12 Δεκεμβρίου 2014

Τι είπε ο Α. Κεραμόπουλλος για τους Βλάχους


Tου Γιάννη Τσιαμήτρου

Ο φιλόλογος, καθηγητής πανεπιστημίου, αρχαιολόγος, ερευνητής, αγωνιστής και ακαδημαϊκός Αντώνης Κεραμόπουλλος (1870-1961) είναι από τους πρώτους που ασχολήθηκαν σοβαρά με το θέμα των Βλάχων από τότε που ελευθερώθηκε η Ελλάδα. Το έργο του (‘Τι είναι οι Κουτσόβλαχοι’, 1939) για το συγκεκριμένο θέμα αποτελεί την μοναδική επιστημονική μελέτη της προπολεμικής περιόδου και σήκωσε κύματα αντιδράσεων στην Ρουμανία γιατί ο καθηγητής κατέληξε στην διαπίστωση ότι οι Βλάχοι είναι ελληνικοί εκλατινισμένοι πληθυσμοί των περιοχών που τους συναντούμε, ενώ οι Ρουμάνοι υποστήριζαν ότι είναι Δάκες (κάθοδος από βορρά). Μέσα στην μελέτη αυτή υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία και άφθονες ιστορικές πηγές.
Στην αναστατική επανέκδοση του βιβλίου το 2000 από την Βιβλιοθήκη Βλαχικών Μελετών (εκδoτικός οίκος University Studio Press) o καθηγητής γλωσσολογίας του ΑΠΘ Νίκος Κατσάνης στον πρόλογό του, μεταξύ άλλων, τονίζει ότι σήμερα έχουν αλλάξει πολλά από τότε που έγραψε ο Κεραμόπουλλος για το θέμα των Βλάχων, εκείνο όμως που ακόμα ισχύει είναι η άποψή του ότι η εκλατίνιση των Βλάχων οφείλεται στην οροφυλακή, που άρχισε στους μακεδονικούς χρόνους και συνεχίστηκε μέχρι τη τουρκοκρατία, θεωρία που πρώτος υποστήριξε ο Μ. Χρυσοχόου (χωρίς να μπορεί να την αποδείξει ιστορικά, ενώ ο Κεραμόπουλλος το έκανε).

Όσον αφορά στις ονομασίες των Βλάχων, ο Κεραμόπουλλος αναφέρει ότι είναι πολλές (Κουτσόβλαχος-Ελλάδα, Τουρκ., Βλάχος-Ελλάδα, Ρουμανία., Walachen-Γερμ., Wallon-Βέλγιο, Welsh-Ουαλία, Αρ(ου)μούνος, Τσιντσάρος, Ρωμαίος, Romanus κλπ) και αυτοί (Βλάχοι) διετέλεσαν υπήκοοι (επιτόπιοι χωρικοί) της απέραντης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που έφθανε μέχρι την Αίγυπτο και την Συρία. 
Η άποψη του Κεραμόπουλλου είναι ότι το συνηθέστερο όνομα ‘Βλάχος’ προέρχεται από την αραβική λέξη fellah που σημαίνει τον γεωργόν (φελλάχον). Αυτή η λέξη πέρασε στην Βαλκανική και κατόπιν στην υπόλοιπη Δύση. Η θεωρία αυτή χαρακτηρίζεται σήμερα ατυχής από τους περισσότερους επιστήμονες, οι οποίοι υποστηρίζουν το αντίθετο. Δηλαδή το όνομα προέρχεται από την κελτική φυλή Volcae (Ουόλκαι) και πέρασε μέσω των Σλαύων (Vlah) στον ελληνικό χώρο ως Βλαχ-ος. Ωστόσο, ο Κεραμόπουλλος γνώριζε αυτήν την δεύτερη θεωρία, που την υποστήριζε τότε o Ρουμάνος Capidan, και προσπάθησε να την ανατρέψει με δικά του επιχειρήματα. Σημαντικό είναι το συμπέρασμα του (Κεραμόπουλλου) ότι Βλάχος δεν δηλώνει τον άνθρωπο που ανήκει σε μια φυλή ή ένα έθνος, αλλά αυτόν που έχει κάποια ασχολία και ιδιότητα και που μπορεί να ανήκει σε οποιοδήποτε έθνος. Aλλωστε οι ίδιοι οι Βλάχοι αυτοαποκαλούνται ‘Αρουμούνοι’, όνομα που ισοδυναμεί με τα Romani, Ρωμιοί που δηλώνουν πολιτική ιδιότητα (ρωμαίος πολίτης).
Αυτοί βρίσκονταν στα ορεινά μέρη της βόρειας Ελλάδας (κλεισούρες διαβάσεις Πίνδου, Βαρνούντα, Ολύμπου, Βερμίου κλπ) καθώς και σε Αλβανία, Σερβία, Βουλγαρία κλπ. (σημείωση: Ο Κεραμόπουλλος δεν αναφέρει τους προς νότο Βλάχους της περιοχής Ασπροποτάμου και Ακαρνανίας). Τώρα μπορεί να τους βρει κανείς και στις πεδιάδες εξ αιτίας μετακινήσεων για πάρα πολλούς λόγους (καταστροφές, υπερπληθυσμός, αστικοποίηση κλπ). Ο μέγιστος όγκος λατινοφώνων βρίσκεται πέραν του Δούναβη (Ρουμανία). Οι Βλάχοι ασχολούνταν περισσότερο με την κτηνοτροφία, τον αγωγιατισμό, το εμπόριο και τις διάφορες τέχνες.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Κρούσοβο - Περιηγητές της Μακεδονίας: Sir Frazer Foster John


Το Κρούσοβο μετά την καταστροφή που
υπέστη τον Αύγουστο του 1903
''Το φοβερό φθινόπωρο του 1903 όταν η βουλγαρική εξέγερση ξέσπασε στη Μακεδονία οι δυνάμεις των στασιαστών υπολογίζονταν σε 32.000 εκπαιδευμένους και ένοπλους άνδρες, οι οποίοι έριχναν βόμβες και ανατίναζαν γέφυρες. Το Κρούσοβο κατελήφθη από τους επαναστάτες εναντίον των οποίων κινήθηκαν οι Τούρκοι με τους μπασι-μποζούκους, οι οποίοι αφού τους νίκησαν μπήκαν στην πόλη, σκότωσαν 77 ανθρώπους, έκαψαν και λεηλάτησαν 570 μαγαζιά και σπίτια. Χτύπησαν και βασάνισαν εκατοντάδες ανθρώπους ενώ βίασαν τις γυναίκες. Οι Τούρκοι δεν έπιασαν κανέναν από τους επαναστάτες, οι οποίοι έφυγαν από τη μια άκρη της πόλης ενώ οι ίδιοι έμπαιναν από την άλλη. Η λεηλασία του χωριού διήρκεσε τέσσερις μέρες. Η βουλγαρική συνοικία έμεινε ανέπαφη χάριν –όπως λέγεται– στη δωροδοκία των Τούρκων στρατιωτών. Οι υπόλοιποι κάτοικοι –κυρίως Βλάχοι υπέστησαν ολοκληρωτική καταστροφή και εξαγριώθηκαν με τους Βούλγαρους που γλίτωσαν. Θεωρήθηκε ότι ο Τούρκος διοικητής είχε έρθει σε συνεννόηση με τους επαναστάτες, ώστε σκόπιμα να επιτεθεί στους Έλληνες. Οι έρευνες δεν είχαν αποτέλεσμα. Τα πράγματα στη Μακεδονία ήταν πολύ περίπλοκα.'' (Frazer, σ. 209)