Σάββατο 5 Μαρτίου 2016

Περί Λεξικών της Κουτσοβλαχικής - Αντώνη Μ. Κολτσίδα


4. Τα μοναδικά λεξικά της κουτσοβλαχικής γλώσσας στην ελληνική βιβλιο­γραφία —του Κωνσταντίνου Νικολαΐδη (1909) και του Αντώνη Μιχ. Κολτσίδα (1978, 1993)— παρουσιάζουν διαχρονικά το γλωσσικό θησαυρό-πλούτο της γλώσσας στον αιώνα μας.

Περιορίζομαι σ’ αυτά και δεν αναφέρομαι στην ξένη βιβλιογραφία για δυο λόγους: πρώτον, γιατί αυτή υπακούει συνή­θως στο στρατευμένο προπαγανδισμό της ρουμανικής ιστοριογραφίας, και δεύτερον, ειδικά για το λεξικό του T. Papahagi, γιατί —αναμφισβήτητα, πέρα από την επιστημονική του σπουδαιότητα— φωτογραφίζει ακαδημαϊκά την υποτιθέμενη «ιδεατή» και «ιδανική» μορφή του κουτσοβλαχικού γλωσσικού κώδικα και —πάντως— πέρα από την αμφισβητούμενη πρόθεση του συγγρα­φέα και των εκδοτών του, δεν δίνει παρά μια γνωστή εικόνα της γλώσσας μέχρι το 1963 ή έστω μέχρι το 1974 (β ' έκδοση). Μετά από κει δεν παρα­κολουθεί την πορεία της πτώσης της κουτσοβλαχικής γλώσσας, η οποία ρα­γδαία επήλθε στα χρόνια 1966-1996. 

Έτσι, από τα πράγματα, το μεν λεξικό του Κ. Νικολαΐδη εμφανίζει την πρώτη εικόνα της κουτσοβλαχικής γλώσσας στις αρχές του αιώνα μας (1909), ενώ του Αντ. Κολτσίδα την τελευταία του αιώνα (1993). 

Συγκρίνοντας τώρα αυτά τα λεξικά, διαπιστώνουμε το κοινό και βασικό τους γνώρισμα, ότι και στα δύο το μεγαλύτερο ποσοστό των λέξεων είναι ελ­ληνικής καταγωγής. 
Συγκεκριμένα ο Κ. Νικολαΐδης καταγράφει στο λεξικό του 6.657 λέξεις, από τις οποίες οι 3.460, δηλαδή το 52% του συνόλου, είναι ελληνικές (ελληνικής καταγωγής)[40]. 
Στο λεξικό τώρα του υπογράφοντος καταγράφονται γύρω στις 2.800 λέξεις —αλλά μόνο αυτές που ακούγονταν στα χρόνια της σχετικής έρευνας 1966-1996— από τις οποίες οι περισσότερες, σε ποσοστό περίπου 70%, είναι ελληνικής καταγωγής. Έτσι, τα δάνεια από τη λατινική —βασικά— και αντίστοιχα από άλλες γλώσσες, με το πέρασμα των χρόνων μπαίνουν σε αχρηστία και η κουτσοβλαχική προσαρμόζεται τόσο στο λεξικολογικό, όσο και στο γραμματικό σύστημα της Νεοελληνικής, από την οποία πλέον αφομοιώνεται στο μεγαλύτερο βαθμό, με αποτέλεσμα να χάνει καθημερινά την αυτοτέλειά της. 

Η χρησιμότητα, αλλά και η πρωτοτυπία του λεξικού μου, στην έκδοση του 1993 —πλην της «φωτογράφησης» των «υπαρκτών» και μόνο λέξεων, έτσι όπως επιζούσαν στα τελευταία χρόνια της κουτσοβλαχικής γλώσσας— έγκειται στην πληθώρα των παραδειγμάτων από τη ζωντανή κουτσοβλαχική γλωσσική παράδοση με σχετικές έννοιες, θυμοσοφίες, αινίγματα, παροιμίες κ.ά., που ακολουθούν σχεδόν κάθε λεξικογραφούμενη λέξη[41]. Έτσι, η εργα­σία αυτή καταγράφεται ανάμεσα στις τελευταίες γύρω από τη μελέτη της κουτσοβλαχικής γλώσσας και μπορεί να χαρακτηριστεί ως «προσφορά» στην επιστημονική «αποτύπωση» μιας γλώσσας που δεν μιλιέται πλέον σήμερα. 

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2016

Η οικογένεια του Μακεδονομάχου Αναστασίου Πηχεών


Η οικογένεια του Αναστάσιου Πηχεών [ή Πηχιών] καταγόταν από την περιοχή της Μοσχόπολης, η οποία, όπως είναι γνωστό εγκαταλείφθηκε από τους κατοίκους της εξαιτίας της τρομοκρατίας των τουρκαλβανικών στιφών που λυμαίνονταν τα περίχωρα. Μετά τη λεηλάτηση της Μοσχόπολης και την τραγική έξοδο των κατοίκων της στις 2 Σεπτεμβρίου του 1769, οι κάτοικοι της αναγκάστηκαν να σκορπισθούν σε διάφορα αστικά κέντρα της Αυστροουγγαρίας και του βόρειου μακεδονικού χώρου. Έτσι και η οικογένεια Πηχεών εγκαταστάθηκε στην Αχρίδα στα τέλη του 18ου αιώνα. 

Ο παππούς του Αναστάσιου, από τον πατέρα του, ονομαζόταν Δαμιανός και καταγόταν από την Υπισχία [Σίπισχα], η οποία είχε παρόμοια τύχη μ' εκείνη της Μοσχόπολης. Ο Δαμιανός Πηχεών ήταν αρχιμάστορας και φημολογούνταν ότι η μονή της Ρίλας, στα νοτιοδυτικά σύνορα της Βουλγαρίας, ήταν έξοχο δείγμα της αρχιτεκτονικής του. Είχε δυο γιούς, τον Πορφύριο (Ηλία), δηλαδή τον πατέρα του Αναστάσιου, και τον Θεόδωρο, που είχε αποδημήσει στο Ρουχτσούκ, και μια κόρη, την Μαρία, η οποία είχε παντρευτεί μ' έναν Έλληνα από την Ρέσνα και αργότερα έφυγε με τον άντρα της στην Βάρνα. 

Ο παππούς του Αναστάσιου Πηχεών, από την μητέρα του, λεγόταν Δημ. Σγάλης, πρόσφυγας επίσης από την Μοσχόπολη. Είχε δυο γιούς, τον Κωνσταντίνο Σγάλη και τον Σωτήριο Σγάλη, που είχε λάβει ενεργό μέρος στην επανάσταση του 1821, ο οποίος, εφόσον είχε υπηρετήσει υπό τον Φαβιέρο, πρέπει να ήταν στρατιώτης του τακτικού σώματος. Ο Δημ. Σγάλης είχε επίσης και δυο κόρες, την Άννα, την μητέρα του Αναστάσιου που έζησε στην Καστοριά, και την Αναστασία που πέθανε στην Αχρίδα. 

Ο Δαμιανός Πηχεών εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη Λάγγα, στην δυτική όχθη της λίμνης της Αχρίδας, και ύστερα από χρόνια ήλθε στην Αχρίδα, όπου ο γιός του Ηλίας ασκούσε το επάγγελμα του ράφτη και είχε ιδιόκτητο σπίτι στην συνοικία του Άνω Βλαχομαχαλά.

Τρίτη 23 Φεβρουαρίου 2016

Βλάχοι: Μαρτυρία Ορθοδοξίας, Ελληνισμού και Πολιτισμού - Ομιλία του Αντώνη Μπέζα στην επίσημη συνεστίαση του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών


Ο πρώην υφυπουργός κ. Αντώνης Μπέζας, και ο καθηγητής της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Μιχάλης Τρίτος, ήταν οι κεντρικοί ομιλητές στην επίσημη συνεστίαση του Ροταριανού Ομίλου Αθηνών που έγινε στην Αίγλη του Ζαππείου με θέμα «Βλάχοι: Μαρτυρία Ορθοδοξίας, Ελληνισμού και Πολιτισμού».

Ο κ. Μπέζας στην ομιλία του μεταξύ άλλων ανέφερε:
«Έχει πολλές φορές μέχρι σήμερα τονιστεί ο ιστορικός ρόλος των Βλάχων, ως ενός διακριτού και εκλεκτού τμήματος του ελληνισμού. Άφησαν στο πέρασμα τους έντονα τα σημάδια της παρουσίας τους, σ’ όλους τους τομείς της εθνικής και της οικονομικής ζωής του τόπου μας, αλλά και παντού όπου βρέθηκαν στην ξενιτιά, κάτω από ευνοϊκές ή κάτω από αντίξοες συνθήκες. Για τη ζωή και τις δραστηριότητες των Βλάχων, τα ήθη και τα έθιμα τους, τα τραγούδια, τους θρύλους και τις αγωνίες τους, για τον πολιτισμό τους, για την προσήλωσή τους στην Ορθοδοξία, για την προσφορά τους στα κοινωνικά και εθνικά δρώμενα της πατρίδας μας, για τη συμμετοχή τους στους εθνικούς μας αγώνες, έχουν γραφτεί πολλές χιλιάδες σελίδες, σε βαθμό που να μπορεί να ισχυρισθεί κανείς ότι έχουν γραφεί και έχουν ειπωθεί σχεδόν τα πάντα γι’ αυτούς. Όποιος λοιπόν επιχειρεί να καταπιαστεί για ακόμη μια φορά μαζί τους, πρέπει πράγματι να έχει κάτι το καινούργιο και κάτι το διαφορετικό να πει. Ή, θα πρέπει να μπορεί να βλέπει τα γεγονότα μέσα από μια άλλη, μια διαφορετική οπτική γωνία. Αλλιώς θα ξεπέσει σε κοινοτυπίες και χιλιοειπωμένα πράγματα».

«Πολλά από αυτά που λέγονται ή έχουν γραφτεί για τους Βλάχους, συχνά διακρίνονται από μια ελιτίστικη αυταρέσκεια να παρουσιάζουν το συγκεκριμένο πληθυσμό, σαν να ζει αποκομμένος από τις ευρύτερες περιοχές στις οποίες έχει δραστηριοποιηθεί. Δεν τον εντάσσουν χωρικά και χρονικά στο γενικό, με αποτέλεσμα να μη μπορεί κάποιος να ερμηνεύσει τα γεγονότα και τις πράξεις των ανθρώπων ενταγμένα μέσα σ’ ένα γενικότερο θα λέγαμε κάδρο, αλλά αφήνουν την εντύπωση ότι οι άνθρωποι αυτοί, ο βλαχόφωνος ελληνισμός στην προκειμένη περίπτωση, είναι εντελώς ξεχωριστοί, ειδικών προδιαγραφών, και έρχονται από έναν κόσμο του παραμυθιού και του μύθου, χωρίς να ακουμπούν καθόλου στη γη. Ποια είναι λοιπόν η πραγματικότητα; Η πραγματικότητα είναι ότι οι Βλάχοι συνέβαλλαν σημαντικά στην εξέλιξη της ελληνικής αστικής τάξης μέσα από την πυκνή βλάχικη διασπορά, από το μητροπολιτικό τους χώρο που ήταν η ραχοκοκαλιά της Πίνδου, μέχρι τον ορίζοντα των νοτίων Βαλκανίων και ακόμη πιο πέρα. Οι Βλάχοι δεν πρέπει να θεωρούνται ως μια εξελληνισμένη ομάδα ή μια ομάδα διχασμένη ανάμεσα στις εθνικές προπαγάνδες των αρχών του 20ου αιώνα, αλλά ως μία γνήσια έκφραση της ρωμιοσύνης. Και αυτό, γιατί είναι βέβαιο, πως στον κεντρικό και βόρειο ελληνικό χώρο, αλλά και στις γειτονικές μας Βαλκανικές χώρες, για ότι σοβαρό μπορεί να υπερηφανευθεί ο Ελληνισμός, για την εκπαιδευτική, οικονομική ή επαναστατική του δραστηριότητα, τουλάχιστον από τα τέλη του 18ου αιώνα μέχρι και το διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, η συμβολή των Βλάχων ήταν καθοριστική. Ότι οικοδομήθηκε από τον Ελληνισμό εκείνη την περίοδο, οικοδομήθηκε σε έναν ιδιαίτερα καθοριστικό βαθμό με την ουσιαστική αρωγή των Βλάχων. Αυτό, όπως και προηγουμένως ανέφερα, δεν το ισχυρίζομαι με σκοπό να κολακεύσω τους Βλάχους, μιας και εγώ έχω βλάχικη καταγωγή. Είναι μια αναμφίβολη ιστορική πραγματικότητα, μια πραγματικότητα που έχει την ερμηνεία και τις αιτίες της».

Η οικογένεια του Νικολάου Ματούση


~ Φωτο: Ο Ν. Ματούσης στο Βουκουρέστι όπου κατέφυγε για να διασωθεί προς το τέλος της Κατοχής.

Με την κατάληψη της Ελλάδας από τους Γερμανούς τον Απρίλιο του 1941 και με την εν συνεχεία εγκατάσταση των Ιταλικών στρατευμάτων στον ελληνικό χώρο, ο Αλκιβιάδης Διαμάντης βλάχικης καταγωγής πράκτορα της Ρουμανίας και της Ιταλίας βρήκε την ευκαιρία, το φθινόπωρο του ίδιου χρόνου, επικουρούμενος από τον Νικόλαο Ματούση, εν ενεργεία δικηγόρο στη Λάρισα και μερικούς άλλους, και με τη συμπαράσταση των Ιταλών κατακτητών και ίδρυσε οργάνωση με την ονομασία Ρωμαϊκή Λεγεώνα[1]. Κύριος σκοπός της ήταν η δημιουργία βλάχικου αυτόνομου κράτους στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλίας, με την μορφή ενός ιταλικού προτεκτοράτου. Εκτός των άλλων η Ρωμαϊκή Λεγεώνα βοηθούσε τις Ιταλικές δυνάμεις στην ανακάλυψη και τη συλλογή των όπλων που είχαν διασπαρθεί μετά την παράδοση του Ελληνικού Στρατού. Οι εμπνευστές της πίστευαν, λανθασμένα όπως αποδείχθηκε, ότι η προσπάθειά τους αυτή θα στηρίζονταν ενεργά από το βλάχικο στοιχείο. Όμως η Ρωμαϊκή Λεγεώνα δεν είχε την απήχηση που περίμεναν και οι κινήσεις τους συνάντησαν αντίδραση και από την κατοχική κυβέρνηση Τσολάκογλου, αλλά και από τοπικούς παράγοντες στη Θεσσαλία. Η οργάνωση Φιλική Εταιρεία που είχε δημιουργήσει ο Ευάγγελος Αβέρωφ και ο Λαρισαίος γιατρός Νικόλαος Ράπτης, βλάχικης καταγωγής και οι δύο, αντέκρουε σθεναρά τη δράση της Λεγεώνας και δημοσίευε τακτικά κείμενα στον Τύπο εναντίον της. Για την δραστηριότητά τους αυτή, ο Αβέρωφ, ο Ράπτης και αρκετοί άλλοι φυλακίστηκαν από τις ιταλικές αρχές τον Απρίλιο του 1942 και στη συνέχεια μεταφέρθηκαν όμηροι σε στρατόπεδα συγκεντρώσεως στην Ιταλία. Το καλοκαίρι του 1942 ο Διαμάντης έφυγε από την Ελλάδα για τη Ρουμανία και τη θέση του στην οργάνωση πήρε ο Νικόλαος Ματούσης[2]. Στο σημερινό κείμενο θα επικεντρωθούμε περισσότερο στη λαρισινή οικογένεια του Νικολάου Ματούση, στηριζόμενοι στα κατάλοιπα του Γιώργου και της Λένας Γουργιώτη, τα οποία βρίσκονται στο Ιστορικό και Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας.

Ο Νικόλαος Ματούσης (περίπου 1898-1991) ήταν γνωστός και έγκριτος δικηγόρος της Λάρισας κατά την περίοδο του μεσοπολέμου, όπου ζούσε με την οικογένειά του. Σε συζήτηση που είχε η Λένα Γουργιώτη μαζί του το 1988, κατέγραψε το γενεαλογικό δένδρο της οικογένειας, όπως ακριβώς της το αφηγήθηκε ο ίδιος. Ο πιο μακρινός γνωστός πρόγονός του ήταν ο Γιάννης Βλαχογιάννης ο οποίος είχε γεννηθεί περί το 1745 στη Μοσχόπολη της Βορείου Ηπείρου, ένα από τα σημαντικότερα βλαχόφωνα κέντρα των Βαλκανίων την εποχή εκείνη. Κάποια στιγμή ήλθε στη Θεσσαλία και αγόρασε μεγάλες αγροτικές εκτάσεις σε μια περιοχή μεταξύ Τρικάλων και Ελασσόνος, στη θέση Παλιοσαμαρίνα. Έπειτα από την παρακμή της Μοσχόπολης λόγω της λεηλασίας από τους τουρκαλβανούς το 1769 και ιδίως μετά τις καταστροφές το 1788 από τα στρατεύματα του Αλή πασά, την εγκατέλειψαν και όλο το φαλκάρι[3] εγκαταστάθηκε στην περιοχή Ελασσόνος, στην τοποθεσία που είχε αγοράσει ο Γιάννης Βλαχογιάννης. Εκεί δημιουργήθηκε οικισμός, ο οποίος πήρε την ονομασία Βλαχογιάννη από το όνομα του γενάρχη της οικογένειας και εξελίχθηκε στη σημερινή ανθηρή πολίχνη. Ο γιος του Ζήσης και ο εγγονός του Ματθαίος συνέχισαν και αυγάτισαν την οικογενειακή γενιά. Μάλιστα από παραφθορά του ονόματος του τελευταίου, Ματθαίος – χαϊδευτικό Ματούσιος – Ματούσης άλλαξε και το επώνυμο της οικογένειας και ο γιος του Νικόλαος που γεννήθηκε γύρω στα 1835 έφερε πλέον το επώνυμο Ματούσης. Εγγονός του τελευταίου είναι ο συνονόματός του Νικόλαος Ματούσης, του οποίου την ιστορία της οικογένειας ξεδιπλώσουμε.

Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2016

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 5. Η ελληνική κοινότητα του Szentes 6. Επίλογος - Dr. Diószegi György Antal


~ Διαβάστε:

5. Η ελληνική κοινότητα του Szentes

Κατά το πρώτο τρίτο του 18ου αιώνα εγκαταστάθηκαν στο Szentes αρκετοί Έλληνες. Από το 1753 ήταν γνωστό το όνομα των αδελφών Tódor Mihály και Tódor Márton. Νοίκιαζαν κοντά στο Kunszentmárton, στην περιοχή Csorbapuszta, λιβαδική έκταση για τη βόσκηση των βοοειδών τους, με χρήση πηγαδιού. Το 1770 νοίκιασαν το λιβάδι για την βόσκηση 300 αλόγων τα οποία αργότερα μετέφεραν στο παζάρι της Πέστης και κατόπιν του Vác. 

~ Φωτο: A Szent Miklós-templom Szentesen - Ο Ναός του Αγίου Νικολάου στο Szentes

Οι ελληνικές οικογένειες (Haris, Hadzsy, Gibba, Gyuricza, Kálló, Papp) ίδρυσαν το 1784 την δική τους ορθόδοξη κοινότητα και πρόσφεραν δωρεές για την λειτουργία της. Ο ορθόδοξος ναός εγκαινιάστηκε το 1786 και αφιερώθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Στα πρώτα χρόνια είχε ξύλινο κωδωνοστάσιο αλλά από το 1927 συμπληρώθηκε με το τούβλινο κωδωνοστάσιο ύψους 22 μέτρων που υπάρχει και σήμερα. 

Το ξύλινο εικονοστάσιο σε ύστερο μπαρόκ ρυθμό είναι διαβαθμισμένο σε επτά άξονες, τρία επίπεδα, επιχρυσωμένο ή βαμμένο σε απομίμηση μαρμάρου και περιλαμβάνει 39 πίνακες. Οι επιγραφές είναι στην ελληνική γλώσσα. 

Δύο σημαντικές ελληνικές οικογένειες του Szentes ήταν οι Haris και οι Hadzsy. Το επώνυμο Haris απαντάται ακόμα και στο Tokaj και στο Zimony. Επίσης και στο Szeged, το 1854 ήταν μέλος του εμπορικού συλλόγου κάποιος Haris Simon. Η οικογένεια Haris καταγόταν από την Κοζάνη. Στο Szentes ασχολούνταν με την γεωργία και το εμπόριο. Η σύζυγος του Haris János ήταν η Ελληνίδα Popovits Zsófia (γεννημένη στο Nagykőrös). Τη δεκαετία του 1780 μετακόμισαν στην Πέστη. Από τους απογόνους του πολλοί έζησαν στο Szentes: Ο Haris Tivadar και ο αδελφός του, Haris Demeter, όπως και οι γιοι του τελευταίου, Haris János, Haris György, Haris Sándor και Haris Pál ήταν δραστήρια μέλη της ελληνικής κοινότητας του Szentes. Ο Haris János έγινε γιατρός στην πόλη το 1846. Απεβίωσε στην Βουδαπέστη στις 16 Μαρτίου 1889 σε ηλικία 75 ετών. Έγραψε την ιατρική διατριβή με τίτλο „Dissertatio inaug. medica de officiis circa gravidas. Vindobonae, 1841.

Το 1871 η ελληνική κυβέρνηση ίδρυσε στην Βουδαπέστη προξενείο και ανέθεσε καθήκοντα βασιλικού προξένου στον Haris Sándor και, μετά τον θάνατό του, στον αδελφό του, Haris Pál. Ο Haris Pál (Szentes, 1829-1902) διατηρούσε εμπορικές σχέσεις μεταξύ Ουγγαρίας και Ελλάδας μέσω του Ιδρύματος Χαρίσειου (Hariseion Alapítvány). 

Η άλλη σημαντική οικογένεια ήταν η οικογένεια Hadzsy. Το όνομα αυτό επίσης απαντάται και σε άλλες ουγγρικές πόλεις. Στο Debrecen, το 1692 ήταν μέλη της ελληνικής κοινότητας οι Hadzsi János και Hadzsi György. Στο Tokaj, μέλος της ελληνικής κομπανίας ήταν το 1711 ο Hadzsi György. Το όνομα Hadzsy ήταν γνωστό στην πόλη του Szentes από τα μέσα του 18ου αιώνα. Ο Hadzsy Konstantin έδωσε το 1774 όρκο πίστης σύμφωνα με το διάταγμα της Μαρίας Θηρεσίας. Το πρώτο επιφανές μέλος της οικογένειας ήταν ο Hadzsy György που γεννήθηκε στο Szentes στις 16 Μαρτίου 1800. Σπούδασε νομικά και αργότερα άνοιξε δικηγορικό γραφείο. Βοήθησε στην προετοιμασία και σύναψη της σύμβασης οριστικής εξαγοράς βαρών των δουλοπάροικων, έτσι έγινε στενός συνεργάτης του γραμματέα (αργότερα αρχιδικαστή και κατόπιν δημάρχου) της πόλης Boros Sámuel. Από το 1835 ανέλαβε πλήθος δημοτικών αξιωμάτων. Πρώτα ήταν αναπληρωτής του Boros Sámuel ως γραμματέας της πόλης. Το 1837 έγινε οικονομικός ελεγκτής και το 1840 εκλέχτηκε δημοτικός σύμβουλος. Από το 1842 διατέλεσε γραμματέας, μεταξύ 1846- 1848 γενικός γραμματέας και αρχειοφύλακας. Πήρε ενεργό μέρος στα γεγονότα της επανάστασης του 1848-1849. Από το Μάρτιο του 1848 ανέλαβε την οργάνωση της εθνικής φρουράς. Τον εξέλεξαν μέλος της δεκαεξαμελούς Επιτροπής Δημόσιας Σιγής του Szentes και μεταξύ των καθηκόντων του ήταν να κάνει ευρέως γνωστούς τους απριλιανούς νόμους, που περίμεναν επικύρωση, και να οργανώσει την εθνική φρουρά. 

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 4. Η ελληνική οικογένεια Kristóffy στο Makó - Dr. Diószegi György Antal


Αναμνηστική πλάκα του Kristóffy József
~ Διαβάστε:

Σύμφωνα με γραπτή πηγή του 1777 στο Makó πλήρωναν „οι Έλληνες έμποροι για τέσσερα καταστήματα”: κατά πάσα πιθανότητα πρόκειται για ενοίκιο καταστημάτων.
 
Κατά τον 19ο αιώνα ο „Έλληνας κύριος Kristo ζούσε στο Makó στην δεκαετία του πενήντα”. Παλαιότερα στοιχεία ως προς τους ´Ελληνες προγόνους της οικογένειας Kristóff δεν έχουμε στη διάθεσή μας ακόμη, είναι αξιοσημείωτο όμως ότι με το ίδιο όνομα αναφέρονται Έλληνες και στο Jászberény, Győr και Tokaj μεταξύ του 18ου-19ου αιώνα. Το 1754 στο Mezőberény ζούσε ο ´Ελληνας καταστηματάρχης Kristóff József. 

Στο Makó ο „γερο-Kristo ήταν αληθινός Έλληνας”. Ο γιός του, Kristóffy József (1857- 1928) διένυσε αξιόλογη πολιτική καριέρα. Ο Kristóffy József έκανε τις γυμνασιακές σπουδές του στο Temesvár και στο Arad, και συνέχισε με νομικές σπουδές στην Βιέννη και στη Βουδαπέστη. Ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα ως νομικός. Μεταξύ 1880-1883 διατέλεσε αναπληρωτής γραμματέας του νομού Csanád. Ακολούθως μέχρι το 1886 εργάστηκε ως συντάκτης στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων και Συγκοινωνιών. Μεταξύ 1886- 1896 ήταν γενικός γραμματέας του νομού Csanád. Τότε απόκτησε και ουγγρικό τίτλο ευγενείας. Το 1896 έγινε φιλελεύθερος βουλευτής. Κορυφαίο σημείο της πολιτικής του διαδρομής, ήταν στην κυβέρνηση υπό τον βαρώνο Fejérváry Géza („darabontkormány”) όπου ήταν υπουργός εσωτερικών και δεύτερος στην ιεραρχία της κυβέρνησης (από 18 Ιουνίου 1905 ως 8 Απριλίου 1906). 

Αξίζει να αναφέρουμε το προοίμιο. Στις 8 Σεπτεμβρίου ο Fejérváry ζήτησε από τον βασιλιά να συμπεριληφθεί η εκλογική μεταρρύθμιση στο κυβερνητικό πρόγραμμα, όμως ο Φραγκίσκος-Ιωσήφ δεν συνενούσε. Γι’ αυτό ο Kristóffy στην προεκλογική του ομιλία στο Németbogsán στις 9 Σεπτεμβρίου 1905 υπερασπίστηκε την προσωπική του πίστη του στην καθιέρωση του γενικού εκλογικού δικαιώματος, το οποίο ωστόσο θα αφορούσε μόνο όσους ήξεραν γραφή και ανάγνωση (σε οποιαδήποτε γλώσσα). 

Μετά την πτώση της κυβέρνησης Fejérváry, σταδιακά αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή. Για κάποιο διάστημα ήταν έμπιστος του Φραγκίσκου-Φερδινάνδου. Το 1911 έγινε βουλευτής της Békéscsaba, τον Δεκέμβριο του 1913 όμως παραιτήθηκε. 

Έγραψε και αρκετά βιβλία: „Ο αγώνας για το εκλογικό δικαίωμα” Βουδαπέστη 1910, „Ομιλίες για τον εκλογικό νόμο”, „Ο Γολγοθάς της Ουγγαρίας – η πορεία προς την κατάρρευση - πολιτικές αναμνήσεις 1890-1926” Βουδαπέστη 1927. Στο τελευταίο καταγράφει και αναλύει τα απομνημονεύματά του και παρουσιάζει τις σκέψεις του σχετικά με τη διοίκηση της χώρας οδηγημένος από την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος μετά το τραύμα της απόσχισης των εδαφών. Το βιβλίο αυτό το αφιέρωσε στα εγγόνια του Ottlik Lajos, Ottlik Pál και Kristóffy Tamás ως κληρονομιά αγάπης προς την πατρίδα. 

Ζάππειο Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης


Το ιστορικό Ζάππειο Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης * κτίστηκε το έτος 1886 με δωρεά του Κωνσταντίνου Ζάππα και σχέδια του Θεσσαλού αρχιτέκτονα Νικολάου ∆ημάδη

~ Φωτο: το Ζάππειο Παρθεναγωγείο Αδριανούπολης (σε καρτποστάλ του 1900), σήμερα στεγάζει τουρκικά δικαστήρια

Υπήρξε αναγνωρισμένο από το ελληνικό κράτος σαν ένα ισότιμο γυμνάσιο, ενώ διέθετε και τμήμα παιδαγωγικών σπουδών, από το οποίο και αποφοίτησαν εκατοντάδες καλομορφωμένες δασκάλες. 

~ Φωτο: η Καλλιρρόη Σιγανού - Παρρέν (1861-1940)

Η αρχική διευθύντρια του Ζαππείου ήταν η καταγόμενη από την Κρήτη περίφημη Καλλιρρόη Παρρέν, η πρώτη ελληνίδα φεμινίστρια, απόφοιτος του Αρσακείου Αθηνών, εκδότρια και ψυχή της “Εφημερίδος των Κυριών”, ιδρύτρια του “Λυκείου των Ελληνίδων”, του ΠΙΚΠΑ και υπέρμαχος του διακαιώματος ψήφου της γυναίκας. 

Το 1883 στην Αδριανούπολη λειτουργούσαν 15 ελληνικά σχολεία με 2.300 μαθητές και μαθήτριες, ενώ το 1920 ο νομός Ανδριανούπολης είχε 178 σχολεία, 2.633 δασκάλους και καθηγητές, 7.823 μαθητές και 4.817 μαθήτριες.
Σήμερα το κτίριο στεγάζει κρατικές υπηρεσίες.

Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016

Βρύση στη Σίνια χτισμένη από Μοσχοπολίτη το 1713


ΒΡΥΣΗ ΣΤΗ ΣΙΝΙΑ

Το χωριό Σίνια βρίσκεται στο βουνό Σπυριδόνι, απέναντι από το Μπεράτι στον βόρειο ηπειρωτικό χώρο (νότια Αλβανία).
Από εκεί περνούσε ο δρόμος των καραβανιών Αυλώνα - Μπεράτι - Μοσχόπολη - Κορυτσά. 

Η βρύση χτίστηκε από Μοσχοπολίτη το 1713 σύμφωνα με την επιγραφή που φέρει. Συγκεκριμένα, αναγράφονται τα εξής:

'' Έτος 1713
Θανάση Τζήκα
Μοσχόπολη ''


Πηγή: κ. Σπύρος Μαντάς

Σάββατο 20 Φεβρουαρίου 2016

Οικογένειες Ελλήνων στον Νομό Csongrád κατά το 18ο & 19ο αι.: 3. Ελληνικές αναμνήσεις στο Hódmezővásárhely - Dr. Diószegi György Antal


Το ανάκτορο Konstantin
~ Διαβάστε:

Προς τα τέλη του 17ου αιώνα η πόλη του Hódmezővásárhely είχε χάσει το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της. Μετά την απομάκρυνση του τουρκικού κινδύνου οι άνθρωποι άρχισαν να εγκαθίστανται και πάλι στην πόλη. Πολλοί είδαν την ευκαιρία να αποκτήσουν -σχετικά φθηνά- μεγάλες, ελεύθερες εκτάσεις γης στην περιοχή. Από το δεύτερο μισό του 17ου αιώνα, οι ´Ελληνες που ξέφευγαν από τον τουρκικό ζυγό έρχονταν να εγκατασταθούν και σε τούτη την πόλη. Στις αρχές του 18ου αιώνα οι Αρμένιοι και οι Έλληνες κρατούσαν πλέον το μεγαλύτερο μερίδιο από το εμπόριο. 

Το 1708 ο Vastag János ήταν ο πρώτος Έλληνας έμπορος που έδρασε στο Hódmezővásárhely. Εμπορευόταν μεταξύ άλλων, αλάτι και σίδηρο. Σύντομα, άλλοι 5-6 Έλληνες έμποροι δραστηριοποιήθηκαν στην πόλη. Το Hódmezővásárhely, λόγω της αγοράς που γίνονταν εδώ, ήταν σημαντικό κέντρο για το εμπόριο βοοειδών που ενδιέφερε τους Έλληνες. 

Το 1755 εμφανίζεται να ασκεί δραστηριότητα ο Orosz Ferenc, Έλληνας έμπορος. Το αληθινό όνομα του „Έλληνα Kristó” ήταν Konstantin Kristóf. Και οι απόγονοί του έζησαν στο Hódmezővásárhely. Ο „Έλληνας Tódor” ήταν ο Pegada Theodorosz. Τέσσερις Έλληνες έμποροι ζούσαν στην πόλη το 1786 και εννιά το 1808. Το 1756 ο „Έλληνας Gyurka” λειτουργούσε κατάστημα υφασμάτων. Οι Έλληνες έμποροι της πόλης τηρούσαν τα βιβλία τους στην ελληνική γλώσσα. 

Ο φεουδάρχης της περιοχής και το δημοτικό συμβούλιο της πόλης ενθάρρυναν την εγκατάσταση Ελλήνων εμπόρων. Το 1762 απάλλαξαν τους Έλληνες του Hódmezővásárhely από την πληρωμή του δημοτικού φόρου και στο εξής πλήρωναν φόρο απευθείας στον φεουδάρχη. 

Στις 28 Οκτωβρίου του 1770 ο „Έλληνας” Kis Tódor György κατονόμασε στην διαθήκη του ως κηδεμόνα του ανήλικου γιου του και της συζύγου του έναν άλλο Έλληνα, τον Popovits Demeter. Ο „Έλληνας” Kis Tódor György υπέγραψε στα ελληνικά την διαθήκη του ως εξής:„Degodoros Gyorgyev”. Στα αρχεία της ορθόδοξης ενορίας αναφέρεται ως Theodor György.

Παρασκευή 19 Φεβρουαρίου 2016

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Ο διάσημος βαρύτονος του μελοδράματος Απόστολος Πρεδάρης στο Μοναστήρι της Πελαγονίας


Ο Απόστολος Πρεδάρης του Γαριβάλδη γεννήθηκε στο Κιάτο Κορινθίας το 1895. Τελειώνει με μεγάλη επιτυχία τις σπουδές του  στο Εθνικό Ωδείο Αθηνών και διαπρέπει σαν ένας από τους καλλίτερους έλληνες καλλιτέχνες στο χώρο του μελοδράματος (opera). Εμφανίζεται συχνά στο θέατρο «Ολύμπια» της Εθνικής Λυρικής Σκηνής και γίνεται γνωστός και στο εξωτερικό όταν μεταβαίνει το 1921 στην Ιταλία και τραγουδά στην περίφημη «Σκάλα του Μιλάνου». Διακρίνεται κύρια στους ρόλους του Ριγολέττου, του Φίγκαρο και του παλιάτσου και τελικά αναδεικνύεται σαν ο καλύτερος βαρύτονος την περίοδο 1920-1936. Εκτός από τη σπάνια μουσική φωνή του διαπρέπει στις όπερες και σαν ηθοποιός. 

Εμφανίζεται και στην ιδιαιτέρα του πατρίδα του, το Κιάτο, όπου δίνει παραστάσεις για φιλανθρωπικούς σκοπούς. 
Στα τέλη Ιανουαρίου του 1933 οργάνωσε καλλιτεχνική παράσταση στο καφενείο «Κεντρικόν» του Σπύρου Φραντζή με τη σύμπραξη του θιάσου Ρουγκέρη και τα έσοδα διέθεσε υπέρ των απόρων του Κιάτου. 

Ιστορικός έχει μείνει ο πατριωτισμός του Απόστολου Πρεδάρη όταν κλήθηκε να τραγουδήσει το 1925 στο σερβοκρατούμενο Μοναστήρι της Πελαγονίας. Η παράσταση επιτράπηκε με μεγάλη δυσκολία υπό τον όρο ότι θα δοθεί στην ιταλική ή γαλλική γλώσσα. Την παράσταση παρακολούθησε το ελληνικό στοιχείο της περιοχής αλλά οι σερβικές παρακρατικές οργανώσεις τρομοκρατούσαν με τα όπλα τον κόσμο και έδειραν τον Ιταλό μαέστρο που αναγκάσθηκε να αποχωρήσει στη μέση της παράστασης. Ο Πρεδάρης μίλησε τότε στα Ελληνικά και είπε ότι θα συνεχίσει την παράσταση μόνος και την έφερε σε πέρας παρά την τρομοκρατία (Πηγή: Ν. Α. Βασιλειάδης, Η πολιτισμική ταυτότητα των Ελλήνων στην Πελαγονία 1912-1930, Διδακτορική Διατριβή στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο, σελ. 170-171, βλ. εδώ). 

Θα τραγουδήσει την 29.6.1936 και στον ιστορικό κινηματογράφο των Σερρών «Κρόνιο» σαν σολίστας της Χορωδίας και Μανδολινάτας των φοιτητών «ο Ορφέας» ενώ σαν μέλος του Ελληνικού Μελοδράματος του Διονυσίου Λαυράγκα θα μετάσχει σε παραστάσεις στη Θεσσαλονίκη και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Βόρειας Ελλάδος.