Σάββατο 4 Απριλίου 2015

Πραγματοποιήθηκε με επιτυχία η εκδήλωση της Αδελφότητας Γαρδικιωτών Αθήνας - Πειραιά


ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Προς
Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων
Αδελφότητα Γαρδικιωτών Αθήνας - Πειραιά

Θα θέλαμε να ευχαριστήσουμε την Πανελλήνια Ομοσπονδία Πολιτιστικών Συλλόγων Βλάχων και την Αδελφότητα Γαρδικιωτών Αθήνας – Πειραιά για την ιδιαίτερη τιμή που μας έκαναν και συνδιοργάνωσαν την παρουσίαση της μελέτης μας με θέμα "Η ΕΥΡΕΙΑ ΑΠΗΧΗΣΗ ΤΗΣ Φ.Α.Τ.Α, ΓΑΡΔΙΚΙΩΤΕΣ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΑΔΕΛΦΟΤΗΤΑΣ ΣΤΗ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΟΥ ΠΕΡΑΣΜΕΝΟΥ ΑΙΩΝΑ". Η εκδήλωση στέφθηκε με ιδιαίτερη επιτυχία, όπως ήταν φανερό στα μάτια των συγκινημένων ηλικιωμένων Γαρδικιωτών. 

Θερμές ευχαριστίες στον πρώην πρόεδρο της Αδελφότητας Γαρδικιωτών κ. Σ. Κάκια για την προσωπική του φροντίδα στην οργάνωση της όμορφης εκδήλωσης. Επίσης, να ευχαριστήσουμε για την παρουσία τους τον Δήμαρχο Πειραιά κ. Ι. Μόραλη, τον Δ/ντη του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας κ. Ε. Καραμανέ, την τέως Δ/ντρια του Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Λαογραφίας και Πρόεδρο της Ιστορικής και Λαογραφικής Εταιρείας των Θεσσαλών της Αθήνας κα Αικ. Πολυμέρου – Καμηλάκη, τον ερευνητή κ. Π. Ποτηρόπουλο, τον δημοσιογράφο κ. Η. Προβόπουλο, την αντιπρόεδρο του Συνδέσμου Τζουρτζιωτών Αθήνας κα Μ. Λαιάκη, τον πρόεδρο του Συλλόγου Πολυθέας Αθηνών κ. Α. Αθανασίου, την πρόεδρο του συλλόγου Παναγίας Αθηνών κα Α. Αλεξίου καθώς και το χορευτικό του συλλόγου Παναγίας Αθηνών για την εμφάνισή του με τη συνοδεία ορχήστρας δημοτικής μουσικής.

Πέμπτη 2 Απριλίου 2015

Οι Οθωμανοί της Βεντίστας (Αμαράντου) Καλαμπάκας και το Χρονικόν του Κουβαρά



Ευαγγελία Γουγουλάκη - Ζιώζια
Οι Οθωμανοί της Βεντίστας (Αμαράντου) Καλαμπάκας και το Χρονικόν του Κουβαρά 

Ανάτυπο από τα ''Τρικαλινά'', τ. 16ος (1996)
Φιλολογικός Ιστορικός Λογοτεχνικός Σύνδεσμος (Φ.Ι.ΛΟ.Σ) Τρικάλων
Τρίκαλα 1996

~ Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:


Η αρχαία καταγωγή της νεοελληνικής φουστανέλας - Κώστας Ρωμαίος



''Η αρχαία καταγωγή της νεοελληνικής φουστανέλας''
Κώστας Ρωμαίος, Λαογραφικά θέματα, Αθήνα 1977

~ Ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:


Ο Ισμαήλ Κεμάλ Βλόρα και οι πρωτοβουλίες για την ελληνοαλβανική συνεννόηση


Μνημείο του Ισμαήλ Κεμάλ Βλόρα στα Τίρανα
Πηγή φωτο: εδώ
Στις 28 του Νοέμβρη του 1912 ο Ισμαήλ Κεμάλ μπέη Βλόρα, πολιτικό στέλεχος της οθωμανικής αυτοκρατορίας, κηρύσσει στην Αυλώνα την ανεξαρτησία της Αλβανίας. Μία ανεξαρτησία που δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας εξέγερσης ή εθνικής παλιγγενεσίας των Αλβανών αλλά απόρροια διπλωματικών κινήσεων των μεγάλων δυνάμεων. Ήταν η χρονική στιγμή κατά την οποία η συμμαχία των ορθόδοξων λαών της βαλκανικής του Α’ Βαλκανικού Πολέμου κατατροπώνει τον οθωμανικό στρατό και τον περιορίζουν σε μία στενή λωρίδα της σημερινής Αλβανίας μεταξύ Βερατίου και Αυλώνας.

Στην Ευρώπη υπάρχει έντονη κινητικότητα για το μέλλον της περιοχής, δεν αποτυπώνεται όμως το ίδιο στο λαό της Αλβανίας που είναι σα να ζει σε έναν άλλο κόσμο και όλα αυτά φαίνεται να μην τα καταλαβαίνει, ενώ άλλα είναι αυτά που περιμένει. Στα απομνημονεύματα του ο Ισμαήλ Κεμάλ, μας εξιστορεί έναν πολύ ενδιαφέρον διάλογο που είχε με αυστριακό διπλωμάτη. Όταν ο δεύτερος τον ρωτάει αν έχει έτοιμη τη σημαία, ο Ισμαήλ του απάντησε πως η σημαία είναι έτοιμη αλλά δεν έχει κοντάρι… και ο Αυστριακός που παρότρυνε το εγχείρημα εκφράζοντας φυσικά την αυτοκρατορία του, του είπε πως το κοντάρι του θα είναι η κάνη του όπλου της Αυστροουγγαρίας…

Οι μουσουλμάνοι Αλβανοί που ήσαν προνομιούχοι με τους Οθωμανούς, βλέπουν αρνητικά τις εξελίξεις ενώ οι χριστιανοί περιμένουν το ποθούμενο που σίγουρα δεν είναι μία νέα διοίκηση στην οποία ηγείται ένα υψηλό στέλεχος των Οθωμανών. Για τους ορθοδόξους, το ποθούμενο είναι να φτάσει και σε αυτούς το κύμα της επανάστασης του 1821 που ξεκίνησε στην Πελοπόννησο. Γιατί η 25η Μαρτίου ήταν η αρχή μιας επανάστασης η οποία δεν είχε ολοκληρωθεί. Μάλιστα θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτή η επανάσταση δεν ολοκληρώθηκε ακόμα. Όχι μόνο με την εθνικιστική έννοια της ενσωμάτωσης στον εθνικό κορμό αλύτρωτων εδαφών αλλά υπό την έννοια ότι η ελευθερία και η εθνική ανεξαρτησία δεν είναι δεδομένες αλλά κτώνται με συνεχείς αγώνες.

Πόλος έλξης το Λαογραφικό Μουσείο του Συλλόγου Βλάχων Ν. Σερρών ''Γεωργάκης Ολύμπιος''


Το Λαογραφικό Μουσείο του Συλλόγου Βλάχων Ν. Σερρών “Γεωργάκης Ολύμπιος” εγκαινιάστηκε τον Μάρτιο του 2008 και έκτοτε αποτελεί πόλο έλξης για τους κατοίκους των Σερρών και αιτία εκδρομής προς την πόλη μας από συλλόγους και κατοίκους όμορων νομών. Πρόκειται για το τριώροφο κτίριο παραδοσιακής μορφής στη συμβολή των οδών Γρ. Ρακιτζή και Γ. Καραϊσκάκη (παραπλεύρως του 5ου Γυμνασίου). Το μοναδικό για τα τοπικά δεδομένα μουσείο δίνει τη δυνατότητα στον επισκέπτη να γνωρίσει την καθημερινή ζωή των Βλάχων της Αν. Μακεδονίας μέσα από την έκθεση των αντικειμένων που παρουσιάζουν την ζωή από την γέννηση, την εφηβεία μέχρι και τον γάμο.

Προσθήκη λεζάντας
Από την αρχή της φετινής περιόδου οι επισκέψεις νηπιαγωγείων, δημοτικών σχολείων, συλλόγων, αλλά και μεμονωμένων επισκεπτών έχουν αυξηθεί κατά κόρον. Σύμφωνα με το βιβλίο επισκεπτών, το Μουσείο του Συλλόγου Βλάχων έχουν επισκεφτεί σύλλογοι όπως το Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών, ο Λαογραφικός Σύλλογος Βλάχων Νάουσας, η Φιλεκπαιδευτική Αδελφότητα Τζούρτζιας της Αθαμανίας, ο Σύλλογος από το Χαλίκι Ασπροποτάμου Τρικάλων, ο Πολιτιστικός Σύλλογος Δρυμού Θεσσαλονίκης, ο Σύλλογος Περιηγητών Θεσσαλονίκης, αλλά και μέλη του Συλλόγου Μικροχωρίου Δράμας, του Καλλιτεχνικού Εργαστηρίου της Ιεράς Πόλης Μεσολογγίου, της Φ.Ε. Ξάνθης, κάτοικοι της Σαμαρίνας, καθώς και επισκέπτες από την Ελβετία και την Ισπανία.

Γενικότερα, η υποδοχή των επισκεπτών του Μουσείου γίνεται από τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου στον πρώτο όροφο του κτιρίου στον βλάχικο οντά, δηλαδή στο σαλόνι ενός αρχοντικού με ξύλινα μιντέρια, υφαντά, σοφράδες και τζάκι. Στον οντά ο επισκέπτης μπορεί να παρακολουθήσει ντοκιμαντέρ σχετικό με την καθημερινή ζωή των Βλάχων.

Τρίτη 31 Μαρτίου 2015

Γκέκηδες εναντίον Τόσκηδων


Δημητρίου Ε. Ευαγγελίδη
Η καταγωγή των Αλβανών και οι αρβανιτόφωνοι Έλληνες
Εκδόσεις Ινφογνώμων. Προσαρτήματα, σελ. 415-418:

''Γκέκηδες εναντίον Τόσκηδων'', της Μαίρης Πίνη.
Δημοσιεύθηκε στην Ελευθεροτυπία, Τετάρτη 2 Απριλίου 1997.




Σάββατο 28 Μαρτίου 2015

Μπάγκας Ιωάννης «Το Πρότυπο της Ανιδιοτέλειας»


Όλοι οι ευεργέτες είναι αναμφίβολα άξιοι της εθνικής ευγνωμοσύνης. Κάποιοι όμως από αυτούς προκαλούν πραγματικό δέος με την παθιασμένη λατρεία τους προς την Ελλάδα. Τέτοιος εθνικός ευεργέτης ήταν και ο Ιωάννης Μπάγκας. Το εντυπωσιακό της βιογραφίας του είναι πως διέθεσε ολόκληρη την περιουσία του στην πατρίδα όχι με διαθήκη, δηλαδή μετά το θάνατό του, αλλά ενόσω ήταν ακόμα εν ζωή.

Βιογραφικά στοιχεία

Ο Ιωάννης Μπάγκας (ή Πάγκας) γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1814 στην Κορυτσά της Βορείου Ηπείρου. Το 1833, σε ηλικία 19 ετών έφυγε από το σπίτι του, για να αποφύγει τον γάμο στον οποίο τον εξανάγκαζε ο πατέρας του. Αρχικά εγκαταστάθηκε στη Θήβα, από εκεί στη Χαλκίδα και στη συνέχεια ξενιτεύτηκε στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η συνεχής αναζήτηση καλύτερης τύχης τον οδήγησε αργότερα στο Κάιρο και τέλος στη Ρουμανία.

Από μικρή ηλικία επαγγελλόταν τον ράφτη και για 14 χρόνια εργάστηκε στην Αίγυπτο ως ράφτης εγχώριων ελληνοαλβανικών ενδυμάτων. Αργότερα εργάστηκε ως επιστάτης και έτσι ασχολήθηκε με κτηματικές επιχειρήσεις επί μία ολόκληρη 34ετία. Ανήσυχο πνεύμα καθώς ήταν, όταν καταπιάστηκε με τη γεωργία, αναζήτησε πιο ευνοϊκές κλιματικές συνθήκες και έτσι αποφάσισε να μεταβεί στη Ρουμανία. Εκεί, κατά συμβουλή και μίμηση του Ευάγγελου Ζάππα, απέκτησε σημαντική περιουσία ως ενοικιαστής αγροτικών μεγαλοκτημάτων. Με την εργατικότητα και τις ικανότητές του, ευδοκίμησε και επέστρεψε πλουσιότατος στην Ελλάδα.

Το ταπεινό του ντύσιμο, το βραχύ ανάστημά του και το σπινθηροβόλο βλέμμα του ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά που επισήμαιναν όλοι όσοι τον γνώριζαν. Σχεδόν αγράμματος, αλλά ολιγαρκής, φιλόπονος και ευσεβής, δεν άργησε να θησαυρίσει. Ο Μπάγκας, βαθιά θρησκευόμενος, είχε βάλει σκοπό της ζωής του να πλουτίσει, για να διαθέσει όλη του την περιουσία υπέρ του Έθνους.

Ο οπλισμός των Ελλήνων κατά την επανάσταση του 1821


καριοφίλι
Η σύνδεση των Ελλήνων με τα όπλα έχει βαθιές ρίζες, όπως έχει επισημανθεί. Από τους προεπαναστατικούς χρόνους, αρχές του 19ου αιώνα, τα όπλα της ηπειρωτικής Ελλάδας προέρχονταν κυρίως από την Ανατολή. Αντίθετα οι νησιώτες προμηθεύονταν όπλα, τρομπάνια και πιστόλες από την αγορά της Ευρώπης και συγκεκριμένα από τη Μασσαλία, Ιταλία, Αγγλία και Ισπανία.

Εκτός από το καριοφίλι οι κλέφτες και αρματολοί έφεραν επιπρόσθετο οπλισμό 1 ή 2 πιστόλες και επιπλέον μαχαίρα, γιαταγάνι (χαντζάρα) και πάλα (σπάθα). Οι πιστόλες ήταν κοντόκανα, με λεπτή κάνη όπλα με μηχανισμό πυρόλιθου και ανάλογα με την προέλευσή τους, διακρίνονται σε ευρωπαϊκές, ανατολίτικες ή αρβανίτικες. Φοριόντουσαν στη ζώνη, το γνωστό «σελάχι» του πολεμιστή σε ειδικά διαμορφωμένες θήκες. Το γιαταγάνι ήταν ελαφρά κυρτή σπάθα με λαβή χούφτας απλή. Η πάλα ήταν πολύ κυρτή σπάθα με σταυροειδή λαβή, το κυρίως επιθετικό όπλο στις μάχες σώμα με σώμα (γιουρούσια) και φοριόταν από τους αγωνιστές στη μέση τους ή στην ωμοπλάτη περασμένη με κορδόνια. Πολλές φορές τα γιαταγάνια και οι πάλες καθώς και οι θήκες τους ήταν περίτεχνα διακοσμημένες με ασήμι ή χρυσό. Τα όπλα συμπλήρωναν οι παλάσκες, θήκες που είχαν τα πυρομαχικά (βόλια) καθώς και διάφορα άλλα εξαρτήματα.

Την προεπαναστατική περίοδο υπάρχει ποικιλία οπλισμού. Το κυρίαρχο όπλο όμως που δεσπόζει στον ελλαδικό χώρο και κράτησε στα χέρια του ο Έλληνας μέχρι την απελευθέρωσή του ήταν το «καριοφίλι». Η ονομασία του προέρχεται κατά μία εκδοχή από το φυτό καρυόφυλλον που σκαλιζόταν στη μια πλευρά της κάνης ενώ μια δεύτερη από το οπλοποιείο της Βενετίας Carlo e figli (Καρόλου και υιών) όπου κατασκευάζονταν πολλά καριοφίλια και ίσως αυτή να είναι η πιο πιθανή. Το καριοφίλι ήταν όπλο εμπροσθογεμές, με λεπτή κάνη και λειτουργούσε με μηχανισμό πυρόλιθου (τσακμακόπετρα). Το μήκος του ήταν μεταξύ 1,20 και 1,70 με ιδιόμορφο κοντάκι. Η μακριά κάνη επέτρεπε αρκετό βεληνεκές, αλλά για ευστοχία το όπλο έπρεπε να στηρίζεται. Το καριοφίλι ήταν βαρύ και δύσχρηστο όπλο, ο δε μηχανισμός του πυρόλιθου πολλές φορές δεν πυροδοτούσε εξαιτίας κυρίως των καιρικών συνθηκών. Τα παλαιότερα καριοφίλια τοποθετούνται χρονικά περίπου το 1750 και οι μηχανισμοί πυροδότησης τους ήταν Ιταλικής προέλευσης. 

Δευτέρα 23 Μαρτίου 2015

Ο εορτασμός της 25ης Μαρτίου στην Κορυτσά


Μετά τη Θεία Λειτουργία στον επιβλητικό ναό της Αναστάσεως, που ανεγέρθη μετά την κατάρρευση του αθεϊστικού καθεστώτος Χότζα, οι βουλευτές κκ. Μάξιμος Χαρακόπουλος, Γιώργος Κασαπίδης και Τιμολέων Κοψαχείλης, μαζί με τους Περιφερειάρχες Ηπείρου κ. Αλέκο Καχριμάνη και Δυτικής Μακεδονίας κ. Θεόδωρο Καρυπίδη, συνοδευόμενοι από τον Γενικό Πρόξενο της Ελλάδος κ. Ιωάννη Πεδιώτη επισκέφθηκαν στο επισκοπικό μέγαρο τον Μητροπολίτη Κορυτσάς κ. Ιωάννη.

Ο βουλευτής Λαρίσης εξήρε το έργο που επιτελεί η Αλβανική Εκκλησία, υπό τον Αρχιεπίσκοπο Αναστάσιο, και ζήτησε ενημέρωση για τους Ορθόδοξους που ζουν στην Αλβανία. Όπως είναι γνωστό τα αποτελέσματα της πρόσφατης απογραφής δεν αναγνωρίζονται από την ελληνική μειονότητα και την ορθόδοξη αλβανική εκκλησία. Πριν τους διωγμούς του αθεϊστικού καθεστώτος, οι Ορθόδοξοι αποτελούσαν το 24% του αλβανικού πληθυσμού. Ο μητροπολίτης Κορυτσάς ευχήθηκε Χρόνια Πολλά για την εθνική επέτειο της Ελλάδος και ευχαρίστησε τους Έλληνες για τη βοήθεια που προσφέρουν στην Αλβανική Εκκλησία. Ταυτόχρονα, προέτρεψε, με βάση την οδυνηρή εμπειρία της Αλβανίας, η Ελλάδα να μην απομακρυνθεί από την εκκλησία.

Παρασκευή 20 Μαρτίου 2015

Κριτική έκδοση επιγραφών συνεργείων από το Λινοτόπι στις περιφέρειες της ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας

 Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας
Κριτική έκδοση επιγραφών συνεργείων από το Λινοτόπι στις 
περιφέρειες της ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας
Κωνσταντίνος ΓΙΑΚΟΥΜΗΣ

Περίοδος Δ', Τόμος ΚΑ' (2000) • Σελ. 249-266
ΑΘΗΝΑ 2000
~ Ακολουθήστε  τον παρακάτω σύνδεσμο

Πέμπτη 19 Μαρτίου 2015

Η ανάπτυξη του αλβανικού εθνικισμού και οι επιπτώσεις επί του Βορειοηπειρωτικού


Το 1901 τυπώθηκε στην Αθήνα από το τυπογραφείο του Υπουργείου Στρατιωτικών, κατά μετάφραση εκ του γερμανικού από τον ίλαρχο Ευγένιο Ρίζο Ραγκαβή το βιβλίο του Αυστριακού αντιστράτηγου και Ιππότη του «Τάγματος του Φραγκίσκου Ιωσήφ», Αντωνίου Τούμα φον Βάλδκαμπφ με τίτλο «Ελλάς, Μακεδονία και Νότιος Αλβανία, ήτοι η Μεσημβρινή Ελληνική Χερσόνησος». Από το βιβλίο αυτό αποσπώ μερικές φράσεις που ενδιαφέρουν το θέμα μας:

«Το μέγιστον μέρος των κατοίκων του προς νότον της Χερσονήσου του Αίμου ανήκει εις το ελληνικόν στοιχείον. Εις τούτο δέον να καταλογισθώσι και αι εξελληνισθείσαι ήδη φυλαί των νοτιοαλβανών ή Τοσκων...» (σ. 176). «Οι Ηπειρώταί εισι σήμερον έτι επίσης γενναίοι, ως και κατά την εποχήν του Πύρρου, και η ανάμειξις αυτών μετʹ Αλβανών ουδόλως επηρέασεν επί της αρετής ταύτης...» (σ. 178).«Η νεοελληνική γλώσσα ωμοίαζε, προ 60 ετών ιδίως, εν Ηπείρω εγγύτατα προς την αρχαίαν ελληνικήν...» (σ. 180).«Οι Αλβανοί έπονται αριθμητικώς των Ελλήνων.» «Το εγχώριον όνομα των Αλβανών είναι ʺΣκιπιτάρʺ (κάτοικοι των βράχων), υπό δε των κυριάρχων αυτών Τούρκων καλούνται ʺΑρναούταιʺ» (σ. 184).«Υπό το όνομα Αρβανίται αναφέρονται οι Αλβανοί κατά πρώτον τον 11ov αιώνα» (σ. 184).«Οι Αλβανοί υποδιαιρούνται εις δύο κυρίως φυλάς, προς βορράν μεν των Γκέκιδων και προς νότον των Τόσκων, ους χωρίζει αρκούντως ακριβώς ο ποταμός Σκούμπης, όστις αποτελεί και το προς βορράν όριον της χώρας περί ης πραγματεύεται το παρόν βιβλίον.» (σ. 185).«Οι Γκέκαι και οι Τόσκαι διαφέρουσιν αλλήλων περισσότερον αφʹ ότι συνήθως υποθέτει τις. Καίτοι η γλώσσα αυτών είναι η αυτή, μετά δυσχερείας εννοούσι αλλήλους και τρέφουσιν αμοιβαίον μίσος, βέβαιον δʹ είναι ότι οι βόρειοι Γκέκαι δύνανται έτι να θεωρηθώσιν ως ημιβάρβαροι, ενώ οι νότιοι Τόσκαι, και ιδίως οι Αλβανοί της Ελλάδος, ίστανται επί ανωτέρας βαθμίδος πολιτισμού.» (σ. 185).«Περίεργον είναι ότι τους εν μεσημβρία Τόσκους χαρακτηρίζει ιδίως ξανθή κόμη και φαιοί οφθαλμοί, ενώ αι βόρειαι φυλαί εισί μάλλον μελαψαί...» (σ. 185).«Οι Αλβανοί αγνοούσιν τον θρησκευτικόν φανατισμόν των Οθωμανών, ηδύνατό τις μάλιστα να θεωρήση αυτούς ως αδιαφόρως έχοντας προς την εξωτερικήν αυτών λατρείαν. Τα πλείστα των μωαμεθανικών αλβανικών χωρίων δεν έχουν τεμένη, οι δʹ οπαδοί της θρησκείας ταύτης δεν απαξιούσι να συνεορτάζωσι μετά των χριστιανών εορτήν του Πάσχα, καθώς οι ορθόδοξοι Αλβανοί προθύμως συμμετέχουσι της μωαμεθανικής εορτής του Ραμαζανίου.» (σ. 186).«Άπαντες οι Αλβανοί, είτε χριστιανοί, είτε μωαμεθανοί, μισούν εν τούτοις, εξ ίσου τους Τούρκους, το μίσος δε τούτο εξηγεί το γεγονός ότι μέχρι τούδε ευκολώτερον αφομοιώθησαν μετά των Ελλήνων και των Σλάβων ή μετά των Οθωμανών.»