Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2016

Ο λαϊκός πολιτισμός των Βλάχων και η προσήλωση στην Ορθοδοξία


Ο βλάχικης καταγωγής Πατριάρχης
Αλεξανδρείας Ιερόθεος Α'
Ο λαϊκός πολιτισμός των Βλάχων είναι έντονα διαποτισμένος από τα ανόθευτα στοιχεία της γνήσιας ορθοδόξου παραδόσεως και ζωής. Τα αγνά ήθη και έθιμα τους[24], που καλύπτουν τον ετήσιο γιορταστικό κύκλο, οι παραδοσιακοί γάμοι[25], τα υπέροχα τραγούδια στην ελληνική γλώσσα και στο βλάχικο ιδίωμα[26], οι επικήδειες και επιμνημόσυνες τελετές με το έντονο τελετουργικό-παραδοσιακό χρώμα, όλα έχουν ως άξονα τον ορθόδοξο ναό και τη γνήσια χριστοκεντρική παράδοση του Γένους.

Σε όλες τις πόλεις και τα χωριά, όπου υπάρχουν συμπαγείς βλάχικοι πληθυσμοί, συναντούμε μεγάλο αριθμό Μονών, Ναών και Εξωκλησίων, που είναι στολισμένα με ότι πολυτιμότερο έχει η αργυροχοϊα, η ξυλογλυπτική και η αγιογραφία. Τα περισσότερα αφιερώματα προέρχονται από τους Μεγάλους Βλάχους Εθνικούς Ευεργέτες που διέπρεψαν οικονομικά στην αλλοδαπή[27].

Βλάχοι [στην πλειονότητα τους] όσοι ανήγειραν το 1537 την ορθόδοξη ελληνική εκκλησία στη Βενετία, το 1690 την ελληνική εκκλησία της Πέστης[28], όπου δημιούργησαν αργότερα και φιλόπτωχο ταμείο για τους μετανάστες που δυσκολεύονταν οικονομικά στο εξωτερικό.
Το 1789 Βλάχοι από το Συρράκο της Ηπείρου ανακαίνισαν την εκκλησία της Παναγίας των Αγγέλων στη Βαρλέτα (Barletta) της Ιταλίας.

Ιδιαίτερα πρέπει να εξάρουμε την ενασχόληση τους με τις Τέχνες[29] που σχετίζονται με την ορθόδοξο παράδοση και ειδικότερα με τη διακόσμηση των ναών.

Διονύσιος Πύρρος ο Θετταλός
Η διαχρονικά σταθερή προσήλωση των Βλάχων των Βαλκανίων στην Ορθόδοξο Εκκλησία εξηγεί το γεγονός ότι από αυτούς αναδείχθηκαν Νεομάρτυρες Άγιοι της Εκκλησίας μας, οι οποίοι στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, με τη μαρτυρική θυσία της ζωής τους ανέκοψαν το κύμα του εξισλαμισμού και απέτρεψαν τον εκτουρκισμό. Αντιπροσωπευτικά αναφέρουμε τον εκ Μετσόβου Νεομάρτυρα Νικόλαο, τον εκ Σαμαρίνης Νεομάρτυρα Δημήτριο.

Από τους Διδασκάλους του Γένους, που αγωνίστηκαν για την πνευματική θωράκιση των ραγιάδων, αναφέρουμε τον εκ Μοσχοπόλεως ιερομόναχο Νεκτάριο Τέρπο, τον εκ Μετσόβου Νικόλαο Τζαρτζούλη, τον εκ Μοσχοπόλεως Θεόδωρο Καβαλλιώτη και τον εκ Καστανιάς Τρικάλων ιερομόναχο Διονύσιο Πύρρο τον Θετταλό.

Από τον ανώτερο κλήρο μνημονεύουμε τους εκ Κλεινοβού Τρικάλων Πατριάρχες Κωνσταντινουπόλεως Ματθαίο Α', τον εκ Μοσχοπόλεως Αρχιεπίσκοπο Αχριδών Ιωάσαφ, τον από Σωζοαγαθουπόλεως και Δημητριάδος Μητροπολίτη Λαρίσης Δωρόθεο Σχολάριο, τους εκ Μετσόβου Μητροπολίτες Δρυϊνουπόλεως και Αργυροκάστρου Δοσίθεο και Κίτρους Παρθένιο, τον από Σταγών και Σηλυμβρίας Μητροπολίτη Φιλιππουπόλεως Παϊσιο, τους Μητροπολίτες Γρεβενών Νεόφυτο και Γαβριήλ και άλλους.

Παρασκευή 12 Φεβρουαρίου 2016

Οικογένεια Νάκου


Κύριλλος Νάκου
Η οικογένεια Νάκου εγκαθίσταται στη Βιέννη κατά τον 18ο αιώνα και λίγο αργότερα στην Ουγγαρία το 1780. Ο Χριστόφορος και ο Κύριλλος Νάκου ήταν ήδη κάτοικοι της Βιέννης όταν στις αρχές του 1780 αγόρασαν τεράστια κτήματα στο νομό Torontal. Το 1784 τους παραχωρήθηκε από την Αυλή τίτλος και οικόσημο ευγενείας και το επίθετο Nagyszentmiklósi. Οι δύο αδελφοί διεξάγουν την εμπορική τους δραστηριότητα προς όφελος του θησαυροφυλακίου της Βιέννης στην Ιταλία, την Ρωσική Αυτοκρατορία, την Ολλανδία και στα Οθωμανικά εδάφη. Το 1791 η Αυλή, σε αναγνώριση της συμβολής τους στην ανάπτυξη του εμπορίου, τους απονέμει τον τίτλο του βαρόνου. 

Στο οικογενειακό κτήμα τους στο Nagyszentmiklós, ο υιός του Χριστοφόρου, ο Αλέξανδρος, λαμβάνει τον τίτλο του κόμη. Μεταξύ των πολλών και μεγάλων υπηρεσιών που προσέφεραν στην Ουγγαρία ήταν η ανάπτυξη της γεωργίας και η εισαγωγή και η καλλιέργεια του βαμβακιού στις απέραντες εκτάσεις, κυρίως στο Nagyszentmiklós. Στο Nagyszentmiklós ο γιός του Χριστόφορου, Αλέξανδρος, το 1814-24 ανέγειρε ναό και από ότι ξέρουμε πριν το 1848 το χωριό είχε ήδη ινστιτούτο πίστωσης και δικαστήριο. 
Το 1864 πραγματοποιείται ανέγερση πύργου από τον Kálmán Νάκος, ο οποίος ήταν σημαντικός συλλέκτης και φύλαγε εκεί τους πολλούς θησαυρούς του. 

Το Nagyszentmiklós, σαν κτήμα έγινε διάσημο όταν το 1799 ένας αγρότης του Χριστόφορου ανακάλυψε το αρχαιολογικό εύρημα που σήμερα με το όνομα «χρυσός θησαυρός του Nagyszentmiklós» φυλάγεται στη Βιέννη. 

Τον ίδιο χρόνο ο Χριστόφορος με πρωτόγνωρη πράξη στην εποχή του ίδρυσε το «Μικρό Αγροτικό Σχολείο», έναν εκπαιδευτικό θεσμό για τα παιδιά των φτωχών του δουλοπάροικων και υποστήριζε επίσης τους νέους ιδιοκτήτες μικρών αγροκτημάτων. 

Ο Νάκος Χριστόφορος, ο ηγέτης της οικογενείας, είναι ο πρώτος που έφερε την καλλιέργεια βαμβακιού στην Ουγγαρία. Όσον αφορά τον Χριστόφορο, ξέρουμε ότι το 1778 ήταν καπετάνιος και έμπορος, είχε αποκτήσει το δικαίωμα του πολίτη της Πέστης και νοίκιαζε αποθήκες. Το 1800 με την απόκτηση του δικαιώματος να λειτουργεί το πανδοχείο και καφενείο «Εφτά Ηγεμόνες» (σήμερα το κτίριο του Pesti Színház) ξεκίνησε μοναδική επιχείρηση. Στον οίκο του Νάκου (οδός Váci 9) στεγάζετο το μαγαζί «Selyembogár» όπου οι ταξιδιώτες μπορούσαν να αλλάξουν στο αγαπητό μέσο συγκοινωνίας της Εποχής των Μεταρρυθμίσεων, την άμαξα. Το πρακτορείο του János Eisler εξασφάλιζε εδώ τη γραμμή Pest-Szolnok-Arad. 

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2016

Πατάτες γιαχνί


Απλό, υγιεινό και πεντανόστιμο φαγητό!

Της Ελευθερίας Μπούτζα

~ Υλικά: 
11/2 κιλό πατάτες
1 κρεμμύδι ξερό
1 σκελίδα σκόρδο
1/2 φλ.τσ. ελαιόλαδο
1/2 φλ.τσ. τραχανά
1 κ.σ. πάπρικα
αλάτι, πιπέρι
3-4 φύλλα δάφνης
γιδοτύρι για το σερβίρισμα


~ Εκτέλεση:
Καθαρίζουμε τις πατάτες και τις κόβουμε σε χοντρά κομμάτια, το κρεμμύδι σε κυβάκια, το σκόρδο σε φετούλες και σοτάρουμε σε μια κατσαρόλα μαζί με το ελαιόλαδο. Συμπληρώνουμε με καυτό νερό, τόσο όσο να σκεπάζει καλά τα υλικά μας, και προσθέτουμε αλάτι, πάπρικα καθώς και φύλλα δάφνης. Αφήνουμε να βράσουν για 30 λεπτά και συμπληρώνουμε τον τραχανά ανακατεύοντας ελαφρώς. Συνεχίζουμε το βράσμο για δέκα λεπτά περίπου και το φαγητό μας είναι έτοιμο. Σερβίρουμε με φρεσκοτριμμένο πιπέρι και με τυρί φέτα ή γιδοτύρι.

Καλή επιτυχία!

Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Οι τάφοι των Σίνα, Ραπόλτενκιρχεν Αυστρίας


~ Ο Πύργος των Σίνα λειτουργεί σήμερα ως Μουσείο

Ο Σίμων Σίνας, παππούς του εθνικού ευεργέτη, αγόρασε το κτήμα Ραπόλτενκιρχεν το 1814. Ο Γεώργιος Σίνας ανήγειρε στα 1854, με αρχιτέκτονα τον Θεόφιλο Χάνσεν ένα μικρό ναό και ένα οικογενειακό κοιμητήριο. Στο υπέρθυρο είναι χαραγμένη η επιγραφή: '' Το ιερόν τούτον παρεκκλήσιον συν του κοιμητηρίου ανηγέρθη υπό του Ευγενεστάτου Βαρώνου Γεωργίου Σίνα εις μνημόσυνον αϊδιον αυτού καθώς και πάσης της Σινιαίας οικογενείας, εν έτει αωνδ' ''. Το κτήμα καθώς και το μέγαρο, κληρονόμησε η κόρη του Σίμωνα Σίνα, Ελένη.

Υπήρξε το προσφιλέστερο καταφύγιο των Σίνα. Εδώ γεννήθηκε και μεγάλωσε ο Σίμωνας και εδώ έζησαν οι κόρες και τα εγγόνια του. Ο ευεργέτης το επέκτεινε σύμφωνα με τα σχέδια του Θεόφιλου Χάνσεν για να καλύπτει τις οικογενειακές ανάγκες. Στο παρακείμενο ομώνυμο χωριό ο Γεώργιος πρόσφερε απλόχερα τις ευεργεσίες του. Εξυγίανε την κοινότητα, κατασκεύασε δρόμους, δυο νοσοκομεία, πρωχοκομείο και ανήγειρε σχολείο και εκκλησία. Οι κάτοικοι λάτρευαν τους Σίνα.

~ Άγιος Γεώργιος, το οικογενειακό περεκκλήσι των Σίνα

Ο Γεώργιος Σίνας πέθανε στα 1856 σε ηλικία 73 ετών λόγω εξάντλησης. Παρά την τελευταία του επιθυμία, η οποία και ήταν να ταφεί ταπεινά, η κηδεία του έγινε μεγαλοπρεπής. Στάλθηκαν περισσότερες από 5000 προσκλήσεις, ενώ μοιράστηκαν και λαμπάδες στο κοινό που προσήλθε. Τετρακόσιες άμαξες (!) με υπουργούς, πρέσβεις και πολλούς άλλους επισήμους συνόδευσαν το νεκρό μέχρι το Ραπόλτενκιρχεν, όπου και τάφηκε στο οικογενειακό κοιμητήριο των Σίνα.

Ο Σίμωνας Σίνας πέθανε μετά από πολύμηνη ασθένεια το έτος 1876, χωρίς να προλάβει τη Σινιαία Ακαδημία, όπως και θα επιθυμούσε. Τάφηκε δίπλα στον πατέρα του, ενώ την επόμενη μέρα ο Δήμαρχος της Βιέννης έδωσε το όνομα του σε μια κεντρική οδό της πόλης. Ακόμη, στο οικογενειακό κοιμητήριο των Σίνα τάφηκαν οι κόρες, τα εγγόνια του Σίμωνα και άλλοι συγγενείς. 

Δευτέρα 8 Φεβρουαρίου 2016

Οι απαρχές του βλαχικού ζητήματος στις ουγγρικές χώρες


Budapest - Βουδαπέστη, 1850
Προσεγγίσεις του εθνολογικού προβλήματος των Ελληνοβλάχων ή Μακεδονοβλάχων ή Κουτσοβλάχων
α) Οι απαρχές του βλαχικού ζητήματος στις ουγγρικές χώρες

Η προσπάθεια του νεωτερικού ρουμανικού κράτους να αποκτήσει εθνική ιστορία με βάθος στο χρόνο και εύρος στο χώρο δημιουργεί ένα τεχνητό ιστοριογραφικό πρόβλημα, το οποίο αφορά στην εθνολογική προέλευση των Βλάχων συνολικά, τόσο των Ελλήνων Βλάχων με τις ονομασίες που προαναφέρθηκαν όσο και των λοιπών βλάχικων ομάδων στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δηλαδή στη σημερινή Σερβία και Κροατία. Το βασικό επιχείρημα πάνω στο οποίο αναπτύσσεται η θεωρία αυτή, αρχικά από τους Ρουμάνους εθνικιστές της Τρανσυλβανίας, είναι η αυθαίρετη από μέρους τους παραδοχή ότι όλοι οι βλαχόφωνοι πληθυσμοί στη νοτιοανατολική Ευρώπη είναι Ρουμάνοι εξαιτίας της κοινής λατινογενούς καταγωγής των βλάχικων διαλέκτων σ' αυτό το χώρο. Μ' αυτή την έννοια για τους Ρουμάνους εθνικιστές το όνομα Βλάχος θεωρείται ταυτόσημο του νεωτερικού όρου Ρουμάνος (ο όρος εμφανίζεται μόλις στο πρώτο μισό του 19ου αιώνα) όποτε και όπου απαντούσε στη Νοτιοανατολική Ευρώπη. Η άποψη αυτή αντανακλά το ιδεολογικό πλαίσιο και το πολιτικό πρόγραμμα του νεωτερικού ρουμανικού έθνους. Αντίστοιχη ρητορική κατά τον 19ο αιώνα μεταφέρεται εντέχνως από τη ρουμανική ιστοριογραφία της περιόδου στο χώρο της για να συσσωρεύσει χιλιάδες σελίδες αναφορικά με την καταγωγή των Βλάχων.

Μια τέτοια προσέγγιση δεν μπορεί να απαντήσει στο αυτονόητο ερώτημα ποιοί είναι οι Βλάχοι. Τα ζητήματα ταυτότητας είναι πάντα πιο σύνθετα απ' ότι ο εθνικιστικός λόγος θέλει να τα εμφανίζει. Αρκεί στη συγκεκριμένη περίπτωση να υπενθυμίσει κανείς τα παραδείγματα αποκλειστικά της ελληνόφωνης-φαναριώτικης καταγωγής των οικογενειών στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες που την περίοδο της νεωτερικότητας αναπτύσσουν ρουμανική εθνική ταυτότητα (π.χ ο οίκος των Καντακουζηνών, Φιλίτη, Ηλιάδη, Πάνου, Μάξιμου κ.α). Αυτό συμβαίνει διότι η ταυτότητα δεν ορίζεται μονοσήμαντα. Εν προκειμένω, η εθνική ταυτότητα δεν ορίζεται από την όποια καταγωγή, αλλά είναι η τελευταία που γεννά τον προβληματισμό για την καταγωγή. Πρόκειται για μια σύνθετη διαδικασία. Σ' αυτήν οφείλουμε να λάβουμε υπόψη ότι καθοριστικό ρόλο παίζουν οι οικονομικοί και κοινωνικοί μετασχηματισμοί. Ο Βασίλης Νιτσιάκος (κοινωνιολόγος, ιστορικός και λαογράφος) σημειώνει: στη συνάφεια τους αρχικά ο ρόλος των εμπορικών στρωμάτων και μιας ιδιότυπης ελίτ διανοουμένων, που προκύπτει από τις παραπάνω διεργασίες, είναι καθοριστικός ως προς τη συγκρότηση κυρίως μιας ελληνικής και κατ' απόκλιση μιας άλλης εθνικής συνείδησης στα πιο πλατιά στρώματα των βλάχικων κοινωνιών στη συνέχεια. Ειδικά σε ότι αφορά στη βλάχικη Διασπορά στην Κεντροανατολική Ευρώπη παρατηρείται ότι όσο αυτή ανατροφοδοτείται με μέλη προερχόμενα από τις ιδιαίτερες πατρίδες των παροίκων στον ιστορικό ελλαδικό χώρο, ο ελληνικός εθνικός προσανατολισμός τους είναι κυρίαρχος και δεδομένος. Οι διαφοροποιήσεις και αποκλίσεις απ' αυτόν τον κανόνα παρατηρούνται όταν συντρέχουν εξωγενείς προϋποθέσεις. Μπορούμε να υποστηρίξουμε γενικά ότι, παρότι δεν αποφεύγεται μια διαμάχη κυρίως ανάμεσα στους Βλάχους λογίους της Κεντρικής Ευρώπης και των Παρίστριων χωρών σχετικά με την εθνική τους επιλογή, η μεγάλη πλειοψηφία των Μακεδονοβλάχων συντάσσεται με την επιλογή του ελληνισμού, όπως μάλιστα αυτή διατυπώνεται από τον Ρήγα Φεραίο (Βελεστινλή) κι υποστηρίζεται από τους Μοσχοπολίτες Κωνσταντίνο Ουκούτα, Θεόδωρο Καβαλιώτη και τον Δανιήλ Μοσχοπολίτη στα τέλη του 18ου αιώνα. Είναι μικρός ο αριθμός εκείνων που εκφράζουν έναν ιδιότυπο γλωσσικό ''εθνικισμό'' (Ρόζιας 1808, Μπογιατζής 1813) και υποστηρίζουν μαζί με τον εγγραμματισμό με το λατινικό αλφάβητο και την καθιέρωση ρουμάνικης γλώσσας ως κοινής. Μάλιστα, αυτή η επιλογή φαίνεται να συνδέεται αποκλειστικά με την εμφάνιση του ρουμανικού εθνικού κινήματος, που στη συνέχεια δημιουργεί το γνωστό ζήτημα της ''ρουμανικής προπαγάνδας'', παρά με μια αυτόνομη Βλάχικη εθνική κίνηση στη Νότια Βαλκανική.
Ειδικότερα για το θέμα αυτο αναφορικά με τους Βλάχους της Νότιας Βαλκανικής, γνωστούς στην Κεντροανατολική Ευρώπη κατά τον 18ο-19ο αι. κι ως Μακεδονοβλάχους, η καθηγήτρια Όλγα Κατσιαρδή, ικανή γνώστης των ιστορικών πηγών, σημειώνει εύστοχα, παρατηρώντας την εγκατάσταση τους τον 18ο αι. στην Τρανσυλβανία και την ίδρυση από μέρους τους κοινοτήτων μόνο μαζί με Γραικούς και σε καμία περίπτωση με τους γλωσσικά συγγενείς τους, τα εξής: ''Είναι μάλιστα ενδιαφέρον στο πλαίσιο της όλης συζήτησης τα τελευταία χρόνια, για τη συμβολή των ''Μακεδονοβλάχων'' της νότιας Βαλκανικής στο εμπόριο της Κεντρικής Ευρώπης και τον εξελισσόμενο προβληματισμό περί της διαμόρφωσης ταυτοτήτων, με αφορμή κυρίως την ομιλούμενη από αυτούς γλώσσα, την αρωμουνική, ότι στα πρώιμα χρόνια της εγκατάστασης τους στις πιο πάνω βλαχόφωνες, κατά τεκμήριο, πόλεις (εννοεί της Τρανσυλβανίας) και τη σύμπηξη των κομπανιών δεν τέθηκε, απ' όσο είμαι σε θέση να γνωρίζω, θέμα υποστήριξής τους από τον κατά κάποιον τρόπο ομόγλωσσο ιδιωματικά ντόπιο πληθυσμό. Οι αναδρομικές συζητήσεις περί βλαχικής συνείδησης θα εμφανίζονταν αργότερα, τον 19ο αι., και κυρίως μέσα στο πλαίσιο της ανάδειξης της πολιτικής επικαιρότητας του λεγόμενου κουτσοβλαχικού ζητήματος από το ρουμανικό κράτος και εντός των πλαισίων των εθνικισμών στα διάδοχα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας εθνικά κράτη στη Νοτιοανατολική Ευρώπη''.

Παρασκευή 5 Φεβρουαρίου 2016

Το 1ο Πρακτικό της «εν Πέστα Ελληνικής Κοινότητος Γραικών τε και Βλάχων» - Ντοκουμέντο του 1795


Βιβλίο Πρωτοκόλλου. Κανονισμός Λειτουργίας
και Πρακτικά, 1796.

Το 1ο Πρακτικό της 
«εν Πέστα Ελληνικής Κοινότητος Γραικών τε και Βλάχων», 
9 Μαϊου 1795
Από το αρχείο του κ. Βασιλείου Σταματόπουλου, Προέδρου του Ελληνικού-
Κυπριακού-Ουγγρικού Συλλόγου Φιλίας. Τον ευχαριστούμε θερμά!
Για να διαβάσετε το έγγραφο, ακολουθήστε τον παρακάτω σύνδεσμο:


Πέμπτη 4 Φεβρουαρίου 2016

Ο κ. Βασίλειος Σταματόπουλος στην ΡΗΡ: Ο Ελληνισμός της Ουγγαρίας


Συνέντευξη στον Χρήστο Μαλασπίνα

Ο Βασίλης Σταματόπουλος είναι Γραμματέας του «Ελληνικού Κυπριακού Ουγγρικού Συλλόγου Φιλίας, της υπό Ελλήνων ιδρυθείσης «Ορθοδόξου Ουγγρικής Εκκλησιαστικής Κοινότητας Βουδαπέστης» και του Διαπολιτισμικού «Μακεδονικού Συλλόγου Βουδαπέστης».

Ένας, ακόμη, Έλληνας, από τους αναρίθμητους, που αναζήτησαν την τύχη τους στην ξενιτιά; Όχι, ακριβώς. Ο Βασίλης Σταματόπουλος δεν ανήκει στις φουρνιές μεταναστών που πήραν το δρόμο της φυγής, τα «πέτρινα χρόνια».

Πολύ αργότερα, το 1989 αποφάσισε να «μεταναστεύσει». Αρχικά ο τουρισμός και, αργότερα, το εμπόριο τον τράβηξε στην Ουγγαρία.

Τον συναντήσαμε πρόσφατα στην Αθήνα, στην Ελληνοαμερικανική Ένωση. Μας εντυπωσίασαν οι γνώσεις του γύρω από το θέμα των Ελληνοβλάχων, ένα θέμα με ιδιαίτερο εθνολογικό ενδιαφέρον για την Ελλάδα.

Είχε, μάλιστα, μαζί του και ένα βιβλίο που συνέγραψε και εξέδωσε για το θέμα, με τίτλο «Οι Μακεδονοβλάχοι (17ος-19ος αιώνας, Έλληνες Βλάχοι στην ΚεντροΑνατολική Ευρώπη –η Αποκατάσταση της αλήθειας».

Το βιβλίο γραμμένο στα ελληνικά και ουγγρικά, απαντά με πραγματικά στοιχεία σε όσους επιχειρούν να αλλοιώσουν την ιστορική πραγματικότητα .

Για τον ελληνισμό της Ουγγαρίας λίγα πράγματα είναι γνωστά. Έτσι, η συνάντησή μας στάθηκε αφορμή για τη συνέντευξη που ακολουθεί.

Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ 

ΡΗΡ: Κύριε Σταματόπουλε, πείτε μας, παρακαλώ, πως αποφασίσατε να εγκατασταθείτε στην Ουγγαρία;

Βασ. Σταματόπουλος: Το 1982 πρωτοπήγα στην Ουγγαρία για εκδρομή. Εκεί γνωρίστηκα με το εργοστάσιο HEREND που παράγει την ξακουστή χειροποίητη ουγγρική πορσελάνη. Αποφασίσαμε να πάρω την αντιπροσωπεία για την Ελλάδα και, συγκεκριμένα, αποκλειστική αντιπρόσωπος ανέλαβε η μητέρα μου Ευαγγελία Σταματοπούλου.

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

Τάχος Ι. Αναστάσιος


Γεννήθηκε το έτος 1932 στη Θεσσαλονίκη. Η κα­ταγωγή της οικογένειάς του από τη πλευρά του πατέρα του ήταν από το Κρούσοβο της περιοχής του ελληνικότατου Μοναστηριού.

Ο παππούς του, Αναστάσιος Τάχος έζησε και εργάσθηκε εκεί ως εμπορικός αντιπρόσωπος συνεργαζόμενος με οίκους της Βιέννης.

Ο πατέρας του, Ιωάννης ήλθε πρόσφυγας στην Ελλάδα το έτος 1917. Εγκαταστάθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργάσθηκε ως εμπορικός αντιπρόσωπος. Η μητέρα του, Χριστίνα καταγόταν από την Κων­σταντινούπολη. Στην Ελλάδα ήλθε μαζί με την οικογένειά της το έτος 1922. Εγκαταστάθηκαν στη Θεσ­σαλονίκη και ο πατέρας της ασχολήθηκε με το εμπόριο.

Ο Αναστάσιος Τάχος γεννήθηκε και μεγάλωσε στη Θεσσαλονίκη, υπήρξε αριστούχος μαθητής-υπότροφος της ιστορικής Σχολής «Κωνσταντινίδη» (που ιδρύθηκε το έτος 1907 στη Θεσσαλονίκη). Στη συνέχεια σπούδασε στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, την οποία αποφοίτησε το έτος 1956 με το βαθμό «Άριστα» στο πτυχίο του. Παράλληλα παρακολούθησε σπουδές γαλλικής γλωσσάς και φιλολογίας στο Γαλλικό Ινστιτούτο Θεσσαλονίκης και το έτος 1953 έλαβε το ανώτατο τότε δίπλωμα «Γαλλικών Φιλολογικών Σπουδών».

Τελειώνοντας τις πανεπιστημιακές του σπουδές υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό από το 1956 μέχρι το 1958 ως έφεδρος αξιωματικός Πεζικού - Στρατο­λογίας, αφού αποφοίτησε επιτυχώς από τις Σχολές Πεζικού και Στρατολογίας.

Το έτος 1958 εγγράφηκε στον Δικηγορικό Σύλλο­γο Θεσσαλονίκης, αλλά διέκοψε το έτος 1960 διότι διορίσθηκε, μετά από διαγωνισμό στον οποίο αρί­στευσε, ως μόνιμος υπάλληλος στο Υπουργείο Εσω­τερικών. Στο Υπουργείο Εσωτερικών υπηρέτησε επί δέκα έτη (1960-1970) και διακρίθηκε ως εξαιρετική περίπτωση προαχθείς «κατ’ απόλυτη» εκλογή.

Στουρνάρης Νικόλαος «Η υπέροχος μορφή του Πολυτεχνείου»


Ο εθνικός ευεργέτης Νικόλαος Στουρνάρης
Αναμφίβολα το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο είναι το μεγαλύτερο έργο του Στουρνάρη. Τόσο ήταν το πάθος του για αυτό που το 1852 στη διαθήκη του διέθεσε για την ανέγερσή του ένα ιλιγγιώδες ποσό για την εποχή.

ΤΟΥ ΜΠΟΥΤΑΤΟΥ ΧΡΗΣΤΟΥ*

«Βιογραφικά Στοιχεία»

Ο Νικόλαος Στουρνάρης γεννήθηκε το 1806 στο Μέτσοβο, στην ένδοξη αυτή ορεινή κωμόπολη της Ηπείρου η οποία έχει υπάρξει η ιδιαίτερη πατρίδα των περισσότερων εθνικών ευεργετών της χώρας μας. Γονείς είχε τον Δημήτρη Στουρνάρα, πρόκριτο της περιοχής, και την Στάμω ή Σταμάτω ή χαϊδευτικά Ταμούσιω, το γένος Αναστασίου Τοσίτσα, αδελφή των εθνικών ευεργετών Μιχαήλ, Κωνσταντίνου και Θεοδώρου Τοσίτσα. Ο Νικόλαος ήταν το μονάκριβο παιδί της οικογένειας και έξυπνος καθώς ήταν, οι γονείς του φρόντισαν να το σπουδάσουν. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθε στη γενέτειρά του, ενώ διδάχτηκε και την ιταλική γλώσσα.

Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του θείου του Κωνσταντίνου Τοσίτσα, υπεύθυνου του υποκαταστήματος του “Οίκου των Τοσίτσα” στο Λιβόρνο της Ιταλίας, ο μεγαλύτερος θείος του Μιχαήλ του ανέθεσε τη διεύθυνση του εν λόγω υποκαταστήματος. Τότε άλλαξε το πατρικό του επίθετο από Στουρνάρας σε Στουρνάρης, για να ακούγεται περισσότερο ευρωπαϊκό. Επιθυμώντας να συνεχίσει τις σπουδές του, εγκατέλειψε για ένα διάστημα τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και με την υποστήριξη και του θείου του εγγράφηκε στο “Ειδικό Σχολείο του Εμπορίου και της Βιομηχανίας” στο Παρίσι, όπου οι επιδόσεις του υπήρξαν εξαιρετικές.

Μετά το πέρας των σπουδών του εγκαταστάθηκε στην Αλεξάνδρεια, την έδρα των διεθνών επιχειρήσεων Τοσίτσα, και εργάστηκε ως βοηθός του θείου του Μιχαήλ και αργότερα ως διευθυντής του εμπορικού τους οίκου. Ως επιχειρηματίας διέφερε από τους υπόλοιπους έλληνες της εποχής, καθώς δεν στηριζόταν μόνο στην εξυπνάδα και στο εμπορικό του δαιμόνιο, αλλά διέθετε ένα στέρεο θεωρητικό υπόβαθρο. Ουσιαστικά ήταν ένας τεχνοκράτης.

Ο Ν. Στουρνάρης με τη σύζυγό του
Η σύζυγος του Νικόλαου Στουρνάρη ήταν η Εριέττα Τιρμπόν, την οποία γνώρισε και παντρεύτηκε στην Αλεξάνδρεια, όπου ο πατέρας της ήταν υποπρόξενος της Αγγλίας. Η Ειρήνη ήταν η μοναχοκόρη του Στουρνάρη, την οποία όμως αποκλήρωσε καθώς όριζε στη διαθήκη του “...εις την οποία κόρη μου αφήνω ρητή παραγγελία να παντρευτεί άντρα Έλληνα, διαφορετικά δεν της αφήνω τίποτα άλλο παρά την κατάρα μου”. Τελικά η Ειρήνη παντρεύτηκε τον αγγλικής καταγωγής Κάρολο Μέρλιν και κατάφερε να πάρει την πατρική κληρονομιά από τον θείο της Μιχαήλ Τοσίτσα. Έτσι έγινε μια από τις πλουσιότερες γυναίκες των Αθηνών και στη λεωφόρο Βασιλίσσης Σοφίας ανέγειρε ένα μεγαλοπρεπές μέγαρο με σχέδια του μεγάλου αρχιτέκτονα Λύσανδρου Καυταντζόγλου, ντυμένο στην όψη του με πεντελικό μάρμαρο και διαθέτοντας έναν απέραντο μαγευτικό κήπο.

Τρίτη 2 Φεβρουαρίου 2016

Με την χρυσή Ολυμπιονίκη Αθανασία Τσουμελέκα: Τρέξιμο στο όμορφο Συρράκο


Συρράκο, ένα πέτρινο χωριό, ομοιόμορφα αμφιθεατρικά φτιαγμένο, σε υψόμετρο 1150 μ. από τη θάλασσα. Ανήκει στο Νομό Ιωαννίνων και είναι το χωριό του παππού μου, του μπαμπά μου και συνεπώς το δικό μου….
Φέτος μετά τις καθιερωμένες διακοπές στη θάλασσα, βεβαίως στην ιδιαίτερη πατρίδα μου Πρέβεζα (dimosprevezas.gr), ήρθα να ξεκουραστώ εδώ. Στο Συρράκο.

Είχα χρόνια να έρθω μιας και δεν είχα πολλές εμπειρίες σαν παιδί εδώ. Τότε ήταν δύσκολή η πρόσβαση και οι γονείς μου, μπλεγμένοι με την καθημερινότητα και τις δουλειές, αρκούνταν μόνο με το να μας μιλούν για το χωριό αυτό μιας και το σπίτι μας πια δεν υπήρχε και ούτε και ξενώνες υπήρχαν.
Το 2005 μετά τους Ολυμπιακούς με τίμησαν με ένα παραδοσιακότατο Ηπειρώτικο-Βλάχικο γλέντι που θα μου μείνει αξέχαστο!

Σήμερα το χωριό διαθέτει πολύ καλή περιφερειακή πρόσβαση (καθώς και εντός του οικισμού δεν κυκλοφορούν αυτοκίνητα), παραδοσιακούς ξενώνες, μπαράκι και εστιατόρια πολύ προσεγμένα από τους τολμηρούς Συρρακιώτες που πλέον έχουν γίνει μόνιμοι κάτοικοι!
Δεν ξέρω αν τους «ζηλεύω» που μεγαλώνουν εκεί ή αν απλά θέλω να πηγαίνω να ξεκουράζομαι, δίνοντας την ευκαιρία στα δικά μου παιδάκια να γνωρίσουν και να αγαπήσουν αυτό το ξεχωριστό φιλόξενο παραμυθένιο χωριό.

Φυσικά δεν έχασα την ευκαιρία να πάω να εξερευνήσω πολλά μονοπάτια και να γνωρίσω την περιοχή, τρέχοντας και περπατώντας στα μονοπάτια της περιοχής.
Γειτονικό χωριό αντίστοιχα πέτρινο και αμφιθεατρικό είναι οι Καλαρρύτες, όπου με το αυτοκίνητο θέλεις 40’ να πας, ενώ από το υπέροχο μονοπάτι μόλις 30’…

Απολαύστε την φύση της διαδρομής αυτής, μέσα από τις δικές μου ερασιτεχνικές λήψεις και του συζύγου μου Νίκου Δημητριάδη.

Το ''Φιλογράμματον Μέτσοβον''


H Παιδεία και οι επιφανείς λόγιοι, διδάσκαλοι και πνευματικοί άνδρες

Tου Δημήτρη Z. Σοφιανού 
Διευθυντού του Kέντρου Eρεύνης του Mεσαιωνικού και Nέου Eλληνισμού της Aκαδημίας Aθηνών.

Eίναι γνωστή και έχει τονισθεί επαρκώς από την έρευνα η αποφασιστική και καίρια συμβολή της Hπείρου στην παιδεία και στο φωτισμό του Γένους κατά τους δύσκολους κι ατέλειωτους χρόνους της Tουρκοκρατίας, με αποτέλεσμα την τόνωση του εθνικού φρονήματος και τη διατήρηση αλώβητης της ελληνικής ψυχής.
H ασυνήθιστη αυτή άνθηση και ακμή των γραμμάτων και των σχολείων έχει την αφετηρία και την εξήγησή της στην επίδοση και προκοπή των Hπειρωτών στο εμπόριο, στην άμεση επαφή τους με τα ιδεολογικά ρεύματα και τη ζωή γενικότερα της προοδευμένης Δυτικής Eυρώπης, στην απόκτηση μεγάλου πλούτου και οικονομικής ευμάρειας και στην εμφάνιση και ανάπτυξη, ως εκ τούτου, μιας ευημερούσας και δυναμικής αστικής τάξης, που επιζητούσε τη μάθηση και τη μόρφωση κατά τα δυτικά πρότυπα.

Στον μεγάλο αυτό πνευματικό οργασμό της Hπείρου, με κεντρική εστία τα Γιάννενα, συμμετέχει και μάλιστα όχι απλά και μόνο , αλλά με τρόπο δυναμικό και ουσιαστικό, και το «φιλογράμματον και φιλέμπορον Mέτσοβον». H επιτόπια λειτουργία σχολείων και το πλήθος των επιφανών Mετσοβιτών λογίων και διδασκάλων και άλλων πνευματικών ανδρών «δεικνύουσιν αρκούντως την παλμώδη διανοητικήν κίνησην του ζωηρού Mετσόβου».
Hδη από τα μέσα του IZ΄ αιώνα λειτούργησε, υπό την άμεση επίβλεψη της Eκκλησίας, το περίφημο Eλληνοσχoλείο του Mετσόβου, σε παλαιά κελιά στον αυλόγυρο του ιστορικού ναού της Aγίας Παρασκευής. H επίσημη, όμως, άδεια λειτουργίας του χορηγήθηκε από τις τουρκικές αρχές και το Πατριαρχείο έπειτα από  έναν αιώνα, το 1759, χάρη σε ενέργειες και γενναίο κληροδότημα της παλιάς Mετσοβίτικης αρχοντικής οικογένειας των Στάνων. Kατά το IΘ΄ αι. λειτούργησαν στο Mέτσοβο και άλλα σχολεία (νηπιαγωγεία, δημοτικά, παρθεναγωγεία).