Χατζηφώτης Ι. Μ.
Χρόνια τώρα, η άποψη (η θεωρία, πείτε την όπως θέλετε), που πρόβαλλαν διάφοροι είναι ότι ο Καραγκιόζης ήρθε στον Πειραιά από την Πόλη. Συνακόλουθη και η καλλιεργούμενη από μερικούς αντίληψη ότι το ελληνικό λαϊκό θέατρο σκιών προήλθε από το τούρκικο. Ποιό; Το θέατρο που αντιμάχεται, σε μόνιμη βάση, την Οθωμανική Αυτοκρατορία…
Χρειάζεται όμως να κάνουμε μίαν αναδρομή. Να πάμε στα Γιάννενα, στα χρόνια του Αλή Πασά. «Είναι την εποχή αυτή η πνευματική και ουσιαστική πολιτική πρωτεύουσα της κυρίως Ελλάδας. Είναι η καινούρια καρδιά του Ελληνισμού, απ ὅπου διοχετεύεται παντού ζωντανό το νέο αίμα, η πνευματική και κοινωνική ανάπλαση, η οικονομική και εμπορική ζωτικότητα, ο διαφωτισμός και η αφύπνιση, που θα οδηγούσαν στην ανάσταση του Γένους», όπως εύστοχα έχει παρατηρήσει ο αείμνηστος φίλος και έξοχος φιλόλογος Λέανδρος Βρανούσης. Κι ο Φάνης Μιχαλόπουλος δεν υπερβάλλει, όταν τα χαρακτηρίζει ως «ένα από τα σημαντικότερα κέντρα του Ελληνισμού μετά την Πόλη».
Ανάμεσα στη Βασιλεύουσα και την ηπειρωτική πρωτεύουσα υπήρχε μία αέναη κίνηση καραβανιών, μία ασταμάτητη επικοινωνία. Ο αξέχαστος ηπειρωτολόγος Αχ. Μαμμόπουλος έγραφε: «Ας χρωματίσουμε την περιώνυμη Εγνατία οδό και επάνω σ αὐτὴν τις πόλεις Θεσσαλονίκη, Βοδενά (Εδεσσα), Μοναστήρι (Βιτώλια), Αχρίδα, Ελβασάν και τα δύο λιμάνια, το Δυρράχιο επί της Αδριατικής και την Κωνσταντινούπολη στο Βόσπορο σαν κόμπους του εγκαρσίου μεσογειακού δρόμου, που διέσχιζε τη Βαλκανική, αυτή την Εγνατία που πέρασε ο Απόστολος Παύλος και «πεπλήρωκε» το Ευαγγέλιο.
Άλλη πάλι γραμμή άρχιζε από τα Γιάννινα με προορισμό Κοζάνη-Θεσσαλονίκη-Σέρρες-Κωνσταντινούπολη, με διακλάδωση προς βορράν Σόφια-Βουκουρέστι-Βελιγράδι-Βιέννη-Βουδαπέστη».
Τα καραβάνια καθώς φορτώνονταν και μετακινούνταν έκαναν φοβερό θόρυβο. Όπως γράφει ο Holland (μτφρ. Κ. Σιμόπουλου): «Φώναζαν οι κερατζήδες, καθώς φόρτωναν άλογα, μουλάρια και καμήλες, βροντούσαν τα κουδούνια, γενική αναστάτωση. Το καραβάνι (100 μουλάρια και άλογα, κάπου-κάπου και καμήλες) συνοδευόταν από οπλοφόρους. Κάποτε όμως τα υποζύγια ξεπερνούσαν και τα 1.000. Ταξίδευαν περίπου οκτώ ώρες το εικοσιτετράωρο και τα βράδια στάθμευαν κοντά σε κάποια πόλη η χωριό.
«Ένας αγωγιάτης οδηγούσε συνήθως πέντε υποζύγια». Σύμφωνα με τον Cousinery (οπ. παρ.), «τα δέματα των φορτίων τοποθετούνταν κυκλικά και έτσι δημιουργούσαν διαμερίσματα για κάθε έμπορο». Όπως είναι γνωστό, «οι κερατζήδες ήταν κατά κανόνα Ηπειρώτες. Καθ ὁδὸν υπήρχαν τα χάνια. Ήταν τετράγωνα, με εσωτερική αυλή, αψιδωτή πύλη, πηγάδι στο κέντρο και στάβλο.