Παρασκευή 20 Φεβρουαρίου 2015

Τα Εδέσματα των Βλάχων - Ημερολόγιο Λαογραφικού Συλλόγου Βλάχων Βόλου 2015


Το φετινό ημερολόγιο του Λαογραφικού 
Συλλόγου Βλάχων Βόλου

Αφιέρωμα στα ''Εδέσματα των Βλάχων''


Της Ελένης Κατσώρα, μέλος Δ.Σ

Πλούσιος πολύ ο γαστρονομικός πολιτισμός των Βλάχων, συμπληρώνει την πολιτιστική ταυτότητά τους. Η βλάχικη κουζίνα κουβαλά την αγριάδα του τοπίου, την ολιγάρκεια των κατοίκων, την προσπάθεια καλής διατροφής κάτω από αντίξοες, καμιά φορά, συνθήκες. Γεύσεις απλές, αυθεντικές, σοφά συνταιριασμένες, δίνουν μαθήματα οικιακής οικονομίας, δημιουργώντας εξαιρετικά παραδοσιακά φαγητά, με πρώτες ύλες προϊόντα της φύσης, γεμάτα αρώματα και νοστιμιά. Χαρακτηριστικό παράδειγμά οι πίτες. Κυρίαρχο έδεσμα της βλάχικης κουζίνας. Η πίτα είναι το φαγητό για κάθε μέρα και αποτελεί δείγμα μαεστρίας της βλάχας νοικοκυράς το άνοιγμα φύλλου για τις πίτες. Πίτες καθημερινές ή γιορτινές, απλές ή τελετουργικές, νηστίσιμες ή αρτύσιμες, γρήγορες για να φιλέψουν τον επισκέπτη, πολύπλοκες τόσο, ώστε να κρίνουν τις μαγειρικές ικανότητες της νιόνυφης την επόμενη του γάμου. Πίτες ανοιχτές, κλειστές, αλμυρές, γλυκές με φύλλο ή χωρίς φύλλο, γεμισμένες με κάθε λογής υλικά. Η γλύκα της κολοκύθας, η στυφή γεύση του λάπατου, το άρωμα των άγριων χόρτων του βουνού, η απλότητα του τυριού. Απ'ότι καταλάβατε, οι βλάχες όποιο υλικό και να τους πέσει στο χέρι το κάνουν πίτα!
Επίσης, οι Βλάχοι της Πίνδου, ήταν από τους βυζαντινούς χρόνους ήδη γνωστοί για την εκτεταμένη κτηνοτροφική τους δραστηριότητα και για την ποιότητα των προϊόντων και ειδικά των τυριών τους, που ήταν ονομαστά σ’ ολόκληρη την αυτοκρατορία μαζί με τα τυριά της Παφλαγονίας (επαρχία της Μικράς Ασίας, πατρίδα των Κομνηνών). Η νομαδική-κτηνοτροφική ιστορία των Βλάχων χαρίζει μοναδικά προϊόντα και γεύσεις. Κυριαρχούν τα ντόπια κρέατα μαγειρεμένα στην γάστρα, κοντοσούβλι, προβατίνα. Φρέσκο και αρωματικό το παστεριωμένο γάλα. Παραδοσιακό το γιαούρτι (με πέτσα) φτιαγμένο με συνταγές παλιές μεταφερόμενες από γενιά σε γενιά. Μοσχοβολιστό το βούτυρο κλείνει μέσα του, τα αρώματα του βουνού. Άλλωστε στην περιοχή της Πίνδου δεν ευδοκιμούν τα ελαιόδενδρα, γι'αυτό και στις παραδοσιακές συνταγές θα συναντήσετε πιο συχνά βούτυρο παρά λάδι. Βέβαια, το μερακι των Βλάχων συναντά πολλά παραδοσιακά εδέσματα και προϊόντα στην ντόπια παράδοση που είναι δύσκολο όλα να αναφερθούν. Αποτελούν, όμως, δικές μας παρακαταθήκες γιατί οι Βλάχοι ανέκαθεν ήταν ταυτισμένοι ψυχικά και σωματικά με το περιβάλλον τους, αξιοποιούσαν στο έπακρο ό,τι έδινε η μάνα γη. Άλλωστε η μαγειρική είναι εκείνη που οδηγεί από την φύση στον πολιτισμό. Αποτελεί μια διαρκή πηγή αναζήτησης, γνώσης και ευχάριστων εκπλήξεων.

Δέκα ζωές σε μία - Τατιάνα Αβέρωφ


Η ζωή, σαν παραμύθι... 
Περιπετειώδης, γεμάτη πάθη και ανατροπές. 
Η άγνωστη ζωή του πολιτικού Ευάγγελου Αβέρωφ-Τοσίτσα μέσα από τη ματιά της κόρης του. 
Ένα μυθιστόρημα με ήρωες υπαρκτούς και γεγονότα πραγματικά, που ζωντανεύει την ταραγμένη ατμόσφαιρα και τα ιστορικά γεγονότα που σημάδεψαν την Ελλάδα, από το 1908 μέχρι τις αρχές του Εμφυλίου. 
Ένα ιστορικό μυθιστόρημα που είναι ταυτόχρονα βιογραφία, μαρτυρία και ταξίδι αναζήτησης.

Ακούστε ένα απόσπασμα από τη συνέντευξη της συγγραφέως στον Διονύση Λεϊμονή:





Δευτέρα 16 Φεβρουαρίου 2015

Баница с кисело мляко и яйца (Пита ку мъркат'у ши оуъ)


Μετά το βουλγαρικό ακολουθεί το 
ελληνικό κείμενο..


Димо Гуда

Един от многото специалитети на власите (армъни) Баниците се приготвят за празници или в недеяля когато се събира цялото семейство на обяд.
Спомням си голямата и плитка бакърена тава с инициалите на пра-баба и датата на сватбата й,изписани на едната страна на тавата. От другата страна имаше бакърена халка за окачване на стената.
Винаги като видя тавата и се сещам за баниците в нея-с киселец, мляко и яйца, сирене, праз и кайма.
Това беше вкусът от моето детство...

~ За тестото:
1 чаша вода,топла
2 с.л. зехтин
2 с.л. оцет
1 ч.л. сол
Брашно колкото поеме (средно около 300-400гр.)

~ Плънка:
500гр. кисело мляко
2-3 яйца
2-3 лъжици брашно в зависимост от густотата на киселото мляко

~ Свинска мас за мазане

Приготвяме тестото. Оставяме мекото и еластично тесто да отпочине около половин час. Разделяме на 2 равни части и всяка част на още 6. Това зависи от размера на тавата и от поетото брашно.
По принцип баниците се приготвят за празници и в големи тави. Оригиналната рецепта е да се раздели тестото на 2 и после всяка топка на още 12.така получаваме 24 гюзлемета (топчета).

Разточените малки корички ги намазваме с мас и редим една върху друга.
Така получаваме 2 купчинки по 6 или 12 в зависимост от броя на корите.
Оставяме на студено за няколко часа. Трябва да се втвърди маста,за да може после да се разточи по-лесно.
Приготвяме плънката.
Разточваме първата кора около 0,5 мм дебелина,като мерим размерът и да бъде по-голям от този на тавата, или с други думи казано да излизат краищата извън тавата.

Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2015

Ο Σωκράτης για τον χορό


Του Μανώλη Βαλσαμίδη

Οι ώρες είναι για διασκέδαση και χορό. Σε όλη την Ελλάδα, ιδιαίτερα στη Μακεδονία και, αν θέλετε, ξεχωριστά στη Νάουσα. Εδώ ενδημεί ο χορός με κορύφωση την Αποκριά. Χαρακτηριστικά έλεγε ένας φίλος θεολόγος, στη Νάουσα τα μωρά γεννιούνται με το χέρι ψηλά σε χορευτική φιγούρα. Για να μη νομισθεί ότι "περιαυτολογώ", σας πληροφορώ ότι εγώ γεννήθηκα στην Έδεσσα. Για τα αδέλφια μου, πέντε στη σειρά μετά από μένα, δεν παίρνω όρκο. Αν κρίνω ότι κάποια φορά που χάθηκε ο αδελφός μου ο Τάσος σε ηλικία τριών - τεσσάρων ετών, βράδυ, και τον ψάχναμε στα ποτάμια, ήταν ανοιχτά τότε σε όλη την πόλη, τον βρήκαμε στα "καμένα" να χορεύει με τις "ΜΠΟΥΛΕΣ", τι να πω, μάλλον θα γεννήθηκε με το χέρι ψηλά.

Για να είμαι ειλικρινής, γιατί το θέλω να είμαι στη μεταξύ μας κουβέντα, δεν γλύτωσα από τον χορό. Μια από τις επιτυχίες μου ήταν δράσεις με εργαλείο τον χορό με την ίδρυση του συλλόγου "ΠΥΡΣΟΣ". Δράσεις σαν βεντάλια, πολύπτυχες, με στόχους πολιτιστικούς επιμελημένα υψηλούς. Ήθελα δεν ήθελα μπήκα κι εγώ στο χορό.

Για να επανέλθουμε στην Αποκριά, πρέπει να πω ότι η Αποκριά στη Νάουσα, παλιότερα, ήταν τρόπος ζωής. Τα όσα συνέβαιναν στο άτομο, στην οικογένεια, στους φίλους και στην πόλη ήταν το κάτι άλλο. Παγανιστικά στοιχεία, κοινωνικοί στόχοι, οικοδόμηση ελπίδας, μνήμη, βιώματα ένταξης στο σύνθετο ελληνικό τρόπο ζωής. Αυτά τα δρώμενα, τα ελεύθερα αλλά και τα πειθαρχημένα είναι σπαράγματα ενός συνόλου, μια ολότητας δράσεων με περιεχόμενο που αποβάλλει το φόβο, φορτώνει δύναμη, ελπίδα, αυτοπεποίθηση στα άτομα και το σύνολο ότι όλα θα πάνε καλά. Όταν χορεύει ο νέος της Νάουσας βιώνει μύρια αισθήματα όσα τα ασήμια, και ο απόηχός τους μαζί, στον θώρακά του. 

Στην όλη ατμόσφαιρα και τα γλέντια στα σπίτια, σήμερα στα κέντρα και τις ταβέρνες με άφθονο τον Ναουσαίικο άκρατο οίνο, μιλάω για " τό " κρασί. Τσιμπούσια, γεύματα σαν και το χθεσινό με τους προ πεντηκονταετίας αποφοίτους του Σχολείου μου. Ανεπανάληπτο! Ευχαριστώ, φίλοι μαθητές.

Μια και μιλάμε για τσιμπούσια και χορούς, ας ακούσουμε τον Σωκράτη να μιλάει για τον χορό. Το απόσπασμα σε απλοελληνική απόδοση είναι παρμένο από το "Συμπόσιον" του Ξενοφώντα, με οικοδεσπότη τον Καλλία και συνδαιτυμόνες τον Σωκράτη και μια ξεχωριστή παρέα. Θα το βρείτε στο 2o κεφ. (II /15). 

Σάββατο 14 Φεβρουαρίου 2015

Τηγανίτες από τα Μεγάλα Λιβάδια Πάικου


Της Μαρίας Πρέμτση

Οι παραδοσιακές τηγανίτες (στα βλάχικα τηγκένι) των Μεγαλολιβαδιωτών του Πάικου συνηθίζεται να προσφέρονται σε συγγενείς και γείτονες από τις δυο γιαγιάδες με τον ερχομό ενός νεογέννητου, πριν αυτό σαραντίσει, για το χαρμόσυνο γεγονός ώστε να είναι γλυκιά η ζωή του!

~ Υλικά:
2 κούπες χλιαρό νερό
1 κ. γ. αλάτι
1 κ. γ. ζάχαρη 
1 αυγό (προαιρετικά)
1 φακελάκι μαγιά
αλεύρι όσο πάρει
σπορέλαιο για το τηγάνισμα

~ Εκτέλεση: 
Ρίχνουμε σ' ένα μπολ το νερό και την μαγιά και ανακατεύουμε μέχρι να διαλυθεί. Προσθέτουμε σιγά σιγά το αλεύρι, το αλάτι και την ζάχαρη ανακατεύοντας ταυτόχρονα ώστε να γίνει ένας παχύρευστος χυλός. Σκεπάζουμε το μείγμα μας και το αφήνουμε 20' περίπου να ξεκουραστεί. Έπειτα, βάζουμε το λάδι στο τηγάνι να κάψει καλά και με μια κουτάλα ρίχνουμε προσεκτικά λίγο από τον χυλό μας για να δώσουμε ωραίο σχήμα στις τηγανίτες μας. Θα πρέπει να είναι αραιά για να μην κολλήσουν μεταξύ τους. Όταν ροδίσουν ελαφρώς από την μια πλευρά, τις γυρίζουμε κι από την άλλη και αφού πλέον είναι έτοιμες τις τοποθετούμε σε απορροφητικό χαρτί και πασπαλίζουμε με ζάχαρη (εναλλακτικά, στις μέρες μας, τις περιλούζουμε με μέλι).

Κολοκυθόπιτα με γιαούρτι


Μια πεντανόστιμη πίτα από 
το Παλαιοχώρι Συρράκου!

Της Ελευθερίας Μπούτζα

Δε θα αναφερθώ στο φύλλο επειδή οι περισσότερες το γνωρίζουν και δεν έχει κάτι το ξεχωριστό. Για την γέμιση θα χρειαστούμε:

~ Τα υλικά:
1 κιλό κολοκυθάκια (πράσινα ή κίτρινη κολοκύθα) χοντροτριμμένα 
2 ξερά κρεμμύδια κι αυτά χοντροτριμμένα ή 5 φρέσκα ψιλοκομμένα
4 αυγά
1/4 φέτα
1/4 ανθότυρο 
1 φλ. τσαγιού ρύζι ωμό (για πιλάφι αλλά είναι κατάλληλο κι αυτό που χρησιμοποιούμε στα γεμιστά)
4 κ. σ. καλαμποκάλευρο ή σιμιγδάλι ψιλό
1/2 φλ. τσαγιού ελαιόλαδο 
μαϊντανός, άνηθος, δυόσμος, αλάτι, πιπέρι

~ Εκτέλεση:
Ανακατεύουμε όλα τα υλικά όπως είναι και τα μοιράζουμε σε 6 λαδωμένα φύλλα, έπειτα τα τυλίγουμε σε ρολά και τα λαδώνουμε πάλι, ελαφρώς, με το πινέλο. Ψήνουμε στους 200 βαθμούς για 1 ώρα περίπου μέχρι να ροδίσει.

Τετάρτη 11 Φεβρουαρίου 2015

Ο ρόλος του Ναούμ Καρνάρα (Наум Крнар) στη Φιλική Εταιρεία


Καραγιώργης
O Kαραγιώργης, αν και, όπως είναι γνωστό, από την αρχή τους αντιπαθούσε [σσ τους Ελληνόβλαχους], πολύ σύντομα έπεσε εντελώς κάτω από την επιρροή τους. Σ’ εκείνον τον Pοντοφινίκιν του οποίου την άφιξη στη Σερβία ήθελε να ματαιώσει, εξαιτίας της αντιπάθειάς του προς τους Έλληνες, σ’ αυτόν παρέδωσε το γιο του Aλέξη να τον διαπαιδαγωγήσει και να του μάθει τη ρωσική γλώσσα μέσα στο σπίτι του και να του μάθει πιθανότατα και ελληνικά. Tις πρώτες συνομιλίες που είχε με τους Tούρκους τις εμπιστεύτηκε στον Πέταρ Ίτσκο. Aλλά και αργότερα, όπως φαίνεται, δεν του έλειψε ο Έλληνας γραμματικός. Πριν από τη φυγή στην Aυστρία γραμματικός του ήταν κάποιος Γιανίκιγε Nτιμιτρίγεβιτς σίγουρα όχι Σέρβος. Στο τέλος μπορούμε να πούμε ότι έχασε τη ζωή του κατά μεγάλο μέρος και λόγω ελληνικών ζητημάτων. Tη στιγμή εκείνη, δίπλα του βρισκόταν κι ο «υπηρέτης» [έμπιστος] του, ο Nαούμ Kρναρ [σσ Ναούμ Καρνάρας]. Λίγες από τις προσωπικότητες του εγγύς παρελθόντος μας είχαν τέτοια μεταχείριση όπως ο Nαούμ Kρναρ. Στις επετειακές εκδόσεις [In memoriam] το όνομά του και δεν αναφέρεται πάντοτε και σημειώνεται λανθασμένα. Kαι στην βιβλιογραφία πολύ λίγα έχουν διαφυλαχτεί σε σχέση μ’ αυτόν. Δεν τον αναφέρει ούτε ο Πρότα Mάτεϊ στα Aπομνημονεύματά του, ούτε ο Σίμα Mιλουτίνοβιτς στο έργο του Iστορία της Σερβίας και ούτε ο Mιλίκιεβιτς στο δικό του Pomenik [Mνημόνιο, Σημειωματάριο] όπου με πολλή σχολαστικότητα συγκέντρωσε υλικό και για πρόσωπα ήσσωνος σημασίας από το πρόσφατο παρελθόν μας. Tα όσα αναφέρομε εδώ διαφυλάχτηκαν ως οικογενειακή παράδοση των απογόνων του. 

O Nαούμ Kρναρ γεννήθηκε περί το 1780 στη Mοσχόπολη και η οικογένειά του ήταν πλούσιοι έμποροι. Όπως όλοι οι ευκατάστατοι Mοσχοπολίτες φοίτησε κι αυτός σε ελληνικό σχολείο και ένιωθε Έλληνας. Ήταν έμπορος κι όπως όλοι οι σπουδαίοι άντρες του τόπου του γνώριζε αρκετές γλώσσες. Έκανε εμπόριο με γουναρικά και δέρματα. Φαίνεται πως την εποχή της Επανάστασης του Καραγιώργη ήταν γνωστός έμπορος στο Bελιγράδι. Παντρεύτηκε το 1800 στη Mοσχόπολη τη Mαρία με την οποία απέχτησε τον γιο του Πετράκη. Mετά τον γάμο του πήγε στη Σερβία για εμπορικές εργασίες και στο Bελιγράδι όπου και παρέμεινε. Στο Bελιγράδι έκανε καλή περιουσία. Tο σπίτι του ήταν στο Nτόργκιολ, κοντά στον σημερινό ναό του Aγ. Σάββα. Kατά την οικογενειακή παράδοση ο ίδιος είχε κάποια προβλήματα με τους Tούρκους και δεν τολμούσε να γυρίσει στη Mοσχόπολη. Mε προηγούμενη συμφωνία με την πρώτη του γυναίκα Mαρία παντρεύτηκε για δεύτερη φορά το 1809 με τη Mάριτσα, «εκτουρκισμένη» χριστιανή, δίνοντας στη Mαρία την άδεια να παντρευτεί άλλον. Oι σχέσεις τους συνέχισαν να είναι καλές. Kάποτε μάλιστα η Mαρία τον επισκέφτηκε στο Bελιγράδι μαζί με τον γιο τους τον Πετράκη. Ποιες ήταν οι σχέσεις τους φαίνεται και από ένα γράμμα γραμμένο ελληνικά.

Στο γράμμα γράφει στη γυναίκα του: 

Τρίτη 10 Φεβρουαρίου 2015

Ποδοσφαιρικός αγώνας του 1938: «Μπίτολ» Μοναστηρίου – «Ελλάς» Φλώρινας




Σπύρος Παπαχαρίσης

Η φωτογραφία μας είναι αναμνηστική του αγώνα που έδωσε η ποδοσφαιρική ομάδα «Ελλάς» Φλώρινας με την ομάδα «Μπίτολ» από το γειτονικό Μοναστήρι. Οι Φλωρινιώτες παίκτες της «Ελλάδος» είναι με τις φανέλες με τις λεπτότερες ρίγες.

Ο Αγώνας πραγματοποιήθηκε στις 12-9-1938, στο Γήπεδο του Μοναστηρίου και έληξε με αποτέλεσμα 2 – 1 υπέρ της «Ελλάδος». Τα γκολ είχαν πετύχει με τη σειρά οι Δημήτριος Βέγλης και ο Γεώργιος Θεοδοσίου.

Η φωτογραφία αυτή συμπεριλαμβάνεται στο μεγάλο αφιέρωμα που κάνει η «Φωνή της Φλωρίνης» το έτος 1964 με θέμα «Παλιές δόξες του Ποδοσφαίρου της Φλωρίνης». Επί σειρά φύλλων παρουσιάζει την ομάδα της Φλώρινας «Ελλάς» με τον υπότιτλο: «Ο θρύλος που σκέπασε ολόκληρη της Ελλάδα»

Στο φύλλο 125 της 29ης Αυγούστου του 1964 η φωτογραφία φέρει την εξής λεζάντα:

Η Μακεδονία στις αρχές του αιώνα: Η εμφάνιση της βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στο μακεδονικό χώρο


Του καθηγητή Κ. Α. Βακαλόπουλου

Η εμφάνιση του βουλγαρικού εθνικισμού στη Μακεδονία είναι άμεσα ταυτισμένη με το πρόσωπο του Έλληνα δασκάλου Δημητρίου Μιλαδίνωφ από τη Στρούγκα.

Η παρουσία του Ρώσου σλαβολόγου Βίκτωρα Grigorovich, καθηγητή του πανεπιστημίου του Καζάν, στη Μακεδονία, στα 1854, σήμανε ουσιαστικά την απαρχή της δημιουργίας βουλγαρικής εθνικής συνείδησης στο μακεδονικό χώρο με πρωτεργάτες τους αδελφούς Δημήτριο και Κωνσταντίνο Μιλαδίνωφ.

Στοχεύοντας στην ανακάλυψη σλαβικών χειρογράφων και άλλων σλαβικών μνημείων του βουλγαρικού πολιτισμού, ο Grigorovich προσπάθησε κατά την περιοδεία του στη Μακεδονία να εμφυσήσει στους χριστιανικούς πληθυσμούς της βορειοδυτικής κυρίως ζώνης τη βουλγαρική εθνική συνείδηση.

Αποφασιστικό ρόλο στην καλλιέργεια βουλγαρικής συνείδησης ανάμεσα στις συμπαγείς σλαβόφωνες μάζες του βόρειου μακεδονικού χώρου είχαν κυρίως τα κηρύγματα του πανσλαβισμού, δια μέσου των αλλεπάλληλων απεσταλμένων του, αλλά ακόμη και του ίδιου του Grigorovich, που επικεντρώνονταν σε διάφορες επαγγελίες για επικείμενη απελευθέρωση και ένωση όλων των σλαβικών λαών με τη ρωσική συμπαράσταση. 

Από τις αρχές ήδη της δεκαετίας του 1850—1860 οι αδελφοί Μιλαδίνωφ άρχισαν με ιδιαίτερο ζήλο να διαδίδουν τη βουλγαρική γραφή ανάμεσα στους σλαβόφωνους πληθυσμούς και να καταβάλουν ανάλογες προσπάθειες για την εισαγωγή της διδασκαλίας της βουλγαρικής γλώσσας στα Βελεσά,στην Αχρίδα, στο Μοναστήρι, στην Έδεσσα και στο Κιλκίς, παρά τις σφοδρές αντιδράσεις των ντόπιων ελληνικών πληθυσμών και των κατά τόπους εκκλησιαστικών εκπροσώπων του πατριαρχείου.

Η ταχεία μεταστροφή των αδελφών Μιλαδίνωφ σε φανατικούς οπαδούς του πανσλαβισμού στη Μακεδονία και η ακαταπόνητη δραστηριότητά τους στους τομείς της διάδοσης της βουλγαρικής γλώσσας, της ίδρυσης βουλγαρικών σχολείων και της δημιουργίας ανεξάρτητης βουλγαρικής εκκλησίας, αποτέλεσαν τους αποφασιστικότερους παράγοντες για την εδραίωση της βουλγαρικής κίνησης στο βόρειο μακεδονικό χώρο, ιδιαίτερα στις περιοχές Σκοπίων, Αχρίδας και Βελεσών, και σήμαιναν ουσιαστικά την έναρξη της σκληρής φάσης των εθνικών ανταγωνισμών. 

Οι ευάριθμες για την εποχή εκείνη ελληνοβλαχικές και σλαβόφωνες ελληνικές κοινότητες των Βελεσών, των Σκοπίων, της Αχρίδας αλλά και του Περλεπέ ακόμη, άρχισαν ν’ αντιμετωπίζουν μετά το 1860 σοβαρότατα προβλήματα από την ολοένα και μεγαλύτερη διείσδυση της βουλγαρικής κίνησης.

Δημήτριος Αναστασίου - Δάρδα Κορυτσάς



Δάρδα Κορυτσάς, 1890 -  Πηγή φωτο: Εδώ
Aναστασίγεβιτς Nτιμίτριγε
Oνόματι, πριν, Aναστασίγιου με το παρωνύμιο «Έλληνας». O Nτιμίτριγε ήρθε ως νέος 18 ετών από την Nτάρντα [Δάρδα Κορυτσάς] της Mακεδονίας στο Πάρακιν όπου είχε θείους. Έπειτα πήγε στο Kραγκούγεβατς. Aπό εκεί πήγε στο Σιάμπατς όπου τον έλεγαν «Tσίντσαριν» [Βλάχο] αν και θεωρούσε τον εαυτό του Έλληνα και μιλούσε ελληνικά. 
Στην Nτάρντα ασχολούνταν ως ράφτης χοντρών υφασμάτων όπως έκαναν όλοι στην οικογένειά του. Στο Σιάμπατς αυτό το έκανε ως πάρεργο κυρίως όμως ήταν πανδοχέας. Διατηρούσε επίσης και πρόβατα, έκανε και τον ξυλουργό, το φθινόπωρο διατηρούσε αιγοτροφείο, έσφαζε πρόβατα, έφτιαχνε λίπος και έκανε εξαγωγές χονδρικώς. 
Eλληνικά μιλούσε μόνο με Έλληνες και Tσιντσάρους, με κανένα άλλον. Aπέκτησε πολλά και πριν τον θάνατό του, το 1890, κληροδότησε όλη την περιουσία του στην Kοινότητα του Σιάμπατς για να βοηθάει τους φτωχούς. Στη γυναίκα του άφησε μόνο κινητά και ό,τι χρήματα είχε. O Nτιμίτριγε είχε έρθει στο Σιάμπατς το 1838 και έζησε εκεί 52 χρόνια. Γιόρταζε την ονομαστική του εορτή του Aγ. Δημητρίου (Λ. Πάβλοβιτς).

Dusan Popovic, O Cincarima, έκδοση Εταιρίας Μακεδονικών Σπουδών, βλ. Εδώ

* Ο Popovic, ακολουθώντας την επίσημη Σερβική πολιτική, άλλοτε αναγνωρίζει τους Βλάχους ως Έλληνες και άλλοτε τους διαχωρίζει, κατατάσσοντάς τους ως ξεχωριστή εθνότητα.
----------------------

Анастасијевнћ Димитрије
Раније се звао Анастасијуa имао је надимак „Грк." Димитрије је дошао, као дечак од 18 година, из Дарда [Корча] у Македонији у Параћин где је имао етричеве. Затим је отишао у Крагујевац. Из Крагујевца преuiao je y Шабац где су га звали Цинцарином иако се сматрао Грком и гоЕори о грчки. 
Још у Дарди бавио се мутавџиском занату, који су занат радили сви у породици. У Шапцу га је радио уагред, а главко му је била мехаиска радна. Уз то држао је овце, бавио се мандрауиским послом, с јесени држао козару, клао овцс, топио лој и на велико га извозио. 

Δευτέρα 9 Φεβρουαρίου 2015

Μουσικό ύφος των βλαχόφωνων


Με χαρακτηριστική την ύπαρξη 
της ελληνικής γλώσσας στα 
πλείστα των τραγουδιών τους...

Ας αφήνουμε τους ειδικούς (ξένους και Έλληνες) και την σημερινή κατάσταση στα βλαχοχώρια να μας μιλήσουν συνοπτικά για τις μέχρι τώρα ισχύουσες απόψεις για αυτό το θέμα:

1. Σε ερώτηση του δημοσιογράφου τότε και νυν συγγραφέα Γ. Έξαρχου στο Γ’ πρόγραμμα ραδιοφωνίας της ΕΡΤ το 1987 προς τον μουσικολόγο Γιώργο Παπαδάκη, όσον αφορά στη μουσική και στα τραγούδια των βλαχοφώνων, ο κ. Παπαδάκης απάντησε ότι «από την άποψη των κλιμάκων, των τρόπων, των διαστημάτων, των μουσικών οργάνων, αλλά και των ρυθμών πρόκειται, όχι απλώς παρεμφερή με τα ελληνικά, αλλά για τα ίδια τραγούδια (με τα ελληνικά). Η μόνη διαφορά είναι στη γλώσσα και φυσικά στον τρόπο προσαρμογής των συλλαβών στους ρυθμούς και τις μελωδίες» (‘Οι Ελληνόβλαχοι-Αρμάνοι’, Τόμος Α΄, Γιώργης Έξαρχος σελ. 293, εκδ. Καστανιώτης).

2. Ο Tache Papahagi (γλωσσολόγος, εθνολόγος, λαογράφος, συλλέκτης τραγουδιών στην Ρουμανία) στην πορεία της έρευνάς του στο βιβλίο ‘Poezia Lirica populara’ (λυρική λαϊκή ποίηση), Βουκουρέστι 1967, παραδέχεται μεταξύ άλλων ότι «όταν ακούσει κανείς τις μελωδίες των αρμάνικων -βλάχικων τραγουδιών θα οδηγηθεί στο συμπέρασμα ότι η αρμάνικη δημώδης ποίηση έχει προέλευση και καταγωγή ελληνική».

3. Ο εθνομουσικολόγος στη Ρουμανία G. Markou στο έργο του Folclor Muzical Aroman (Αρμάνικη μουσική λαογραφία), Βουκουρέστι 1977, μεταξύ άλλων επισημαίνει ότι «οι Αρμάνοι- Βλάχοι χορεύουν σε ρυθμούς η ονομασία των οποίων έχει ελληνική προέλευση (συρτός, συγκαστός, καραπατάκης, τσιάμικος)».

4. Η ελληνίδα μουσικολόγος Αθηνά Κατσανεβάκη στην διδακτορική της διατριβή (Θεσ/νίκη 1998) με τίτλο «βλαχόφωνα και ελληνόφωνα τραγούδια της περιοχής Βορείου Πίνδου-Ιστορική-εθνομουσικολογική προσέγγιση» με εμπεριστατωμένη ανάλυση συμπεραίνει: «ο αρχαϊσμός των τραγουδιών αυτών και η σχέση τους με το ιστορικό υπόβαθρο αποδεικνύει ότι οι Αρμάνοι-βλάχοι είναι γηγενής αρχαιότατος ελληνικός πληθυσμός». 

Επίσης, η μουσικολόγος τονίζει: «Πέρα από οποιεσδήποτε παρατηρήσεις σχετικά με τους Αρμάνους (Βλάχους) είναι γενικό λογικό να παραδεχτούμε ότι, η έντονη παρουσία των ελληνόφωνων τραγουδιών στην μουσική παράδοση των βλαχοφώνων της Πίνδου πηγάζει, όχι από μια εξωτερική επιρροή, αλλά μέσα από μια έντονη αυτοσυνειδησία εσωτερικής και μακρόχρονης σχέσης με τον ελληνισμό, μια σχέση, που για τους Αρμάνους της Πίνδου δεν είναι τυχαία, αλλά όπως δείχνουν τα δεδομένα πηγάζει από την ίδια τους την καταγωγή».